Με εικόνα «ντέρμπι» μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ εισέρχεται η χώρα στην τελική ευθεία ενόψει των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου
Τα σενάρια της μετεκλογικής Δευτέρας
Πολιτική
13/09/2015 | 09:57

Με εικόνα «ντέρμπι» μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ εισέρχεται η χώρα στην τελική ευθεία ενόψει των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου, καθώς, σύμφωνα με όλες τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων κινείται στα όρια του στατιστικού λάθους και ο τελικός νικητής θα κριθεί τα επόμενα εικοσιτετράωρα, με ρυθμιστή τους αναποφάσιστους που φθάνουν το 8%-10% του εκλογικού σώματος.

Η μάχη που δίδουν οι κ. Ευ. Μεϊμαράκης και Αλ. Τσίπρας είναι τόσο αβέβαιη, που προεξοφλείται ότι η τελευταία εβδομάδα θα χαρακτηριστεί από ακραία πόλωση, αρχής γενομένης από την προγραμματισμένη για αύριο μεταξύ τους «τηλεμαχία». Σύμφωνα με τις μετρήσεις που διαθέτουν τα επιτελεία των κομμάτων, ο κ. Μεϊμαράκης επικράτησε του κ. Τσίπρα στο ντιμπέιτ της περασμένης Τετάρτης και εκ των πραγμάτων ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα αναπροσαρμόσει τη στρατηγική του, ανεβάζοντας τους τόνους στην αυριανή τηλεοπτική τους αναμέτρηση.

Η στρατηγική των ισχυρών διλημμάτων και της έντασης εξυπηρετεί τους δύο μονομάχους, καθώς μπορεί να τους οδηγήσει σε υψηλά ποσοστά άνω του 30%, συμπιέζοντας, παράλληλα, τα κόμματα που κινούνται μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ –ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι– αλλά και στις παρυφές τους, δηλαδή τη Λαϊκή Ενότητα και τους ΑΝΕΛ. Μάλιστα, ο κ. Μεϊμαράκης εμφανίζεται τις τελευταίες ημέρες να ανοίγει και δεύτερο μέτωπο, με αφορμή τις ατεκμηρίωτες καταγγελίες εναντίον του από τον κ. Π. Καμμένο για τα υποβρύχια. Η επιλογή του προέδρου της Ν.Δ. να στραφεί κατά του πρώην κυβερνητικού εταίρου του κ. Τσίπρα δεν είναι τυχαία, καθώς επιτυγχάνει δύο στόχους: Πρώτον, «χρεώνει» στον κ. Τσίπρα την τακτική του κ. Καμμένου και δεύτερον, αποδομεί τους ΑΝΕΛ, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή μερίδας ψηφοφόρων τους στη Ν.Δ.

Πάντως, το πολωτικό κλίμα που αναμένεται να κυριαρχήσει την τελευταία προεκλογική εβδομάδα θα έχει πιθανότατα επιπτώσεις στο σκηνικό της «επόμενης ημέρας», καθώς δυσχεραίνει εκ των πραγμάτων την προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού, παρότι ο κ. Μεϊμαράκης εμφανίζεται αποφασισμένος να πιέσει προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, βάζοντας στο «τραπέζι» ακόμη και τη δική του πρωθυπουργία, εάν η Ν.Δ. είναι πρώτο κόμμα. Εκ των πραγμάτων, το κλίμα των ημερών θα αξιοποιηθεί από τον κ. Τσίπρα κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών προκειμένου να αρνηθεί να συμπράξει σε κυβέρνηση συνασπισμού, ενώ εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα, θεωρείται βέβαιο ότι θα στραφεί εξ αρχής προς το ΠΑΣΟΚ και δευτερευόντως στο Ποτάμι, εάν βεβαίως οι δημοσκοπήσεις επαληθευθούν και οι ΑΝΕΛ δεν υπερβούν το όριο του 3% και μείνουν εκτός Βουλής.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το πιθανότερο μετεκλογικό σενάριο είναι ο σχηματισμός δικομματικής ή τρικομματικής κυβέρνησης με κορμό το πρώτο κόμμα, δηλαδή τη Ν.Δ. ή τον ΣΥΡΙΖΑ, και εταίρους το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι ή και τα δύο κόμματα. Ο κ. Μεϊμαράκης δηλώνει ανοικτός στη συγκεκριμένη προοπτική. Εξάλλου, καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου έχει αναφερθεί με ιδιαίτερα θετικό τρόπο στα πεπραγμένα της περιόδου 2012 – 2014 της συγκυβέρνησης Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ, ενώ πολλές θέσεις του Ποταμιού προσεγγίζουν τον προγραμματικό λόγο της Συγγρού, κυρίως στο πεδίο της ανάγκης προσέλκυσης επενδύσεων.

Παράλληλα, ο κ. Τσίπρας επιμένει μεν, στην προσπάθεια να αυξήσει τη συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, στη λογική της αυτοδυναμίας, αλλά τα τελευταία εικοσιτετράωρα ο ίδιος, καθώς και στενοί συνεργάτες του, αφήνουν ανοικτό «παράθυρο» συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ υπό τον έμμεσο όρο να μην υπουργοποιηθούν πρόσωπα όπως οι κ. Ευ. Βενιζέλος και Ανδρ. Λοβέρδος, αλλά και με το Ποτάμι, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο, καθώς αποκλείεται το σενάριο μιας νέας εκλογικής αναμέτρησης που θα εκτροχίαζε πλήρως την οικονομία, αλλά και θα αποτελούσε casus belli για τους εταίρους ενόψει της επόμενης αξιολόγησης.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και ποιοιυς όρους θα θέσουν ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι προκειμένου να προσέλθουν στη συνεργασία είτε με τη Ν.Δ. είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ. Επί του παρόντος, οι κ. Σταύρος Θεοδωράκης και Φώφη Γεννηματά εμφανίζονται να συναρτούν τη συμμετοχή τους με την παρουσία και των δύο μεγάλων κομμάτων. Ομως, είναι προφανές πως δεν πρόκειται να αναλάβουν το κόστος να οδηγήσουν τη χώρα σε νέες εκλογές εξ αυτού του λόγου.

Ετσι, το πιθανότερο είναι οι διαβουλεύσεις που θα ακολουθήσουν τις εκλογές της Κυριακής να έχουν ως επίκεντρο τη διαμόρφωση μιας μίνιμουμ προγραμματικής συμφωνίας για τις πολιτικές που δεν άπτονται του νέου μνημονίου και εν συνεχεία για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τη νέα κυβέρνηση.

Επίσης, πιθανολογείται ότι θα τεθεί το ζήτημα όποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μετέχει στην κυβέρνηση να εκπροσωπηθεί στην εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, αλλά και να δεσμευθεί ότι θα ψηφίζει τους επερχόμενους μνημονιακούς νόμους, αφού ούτως ή άλλως ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ ψήφισαν από κοινού τη συμφωνία που υπέγραψε ο κ. Αλ. Τσίπρας. Τέλος, σε περίπτωση που η επόμενη κυβέρνηση είναι δικομματική ή τρικομματική και όχι μεγάλου συνασπισμού, προεξοφλείται πως δεν θα αμφισβητηθεί το δικαίωμα του κ. Ευ. Μεϊμαράκη ή του κ. Αλ. Τσίπρα να ηγηθεί, ως πρωθυπουργός, του νέου σχήματος.

Πηγή: kathimerini.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ