«Το τεκμήριο κυριότητος ισχύει υπέρ των ιδιωτών στην Επτάνησο».
Η εισήγηση Κουρή στο Περιφερειακό Συμβούλιο για το «Δασικό»
29/04/2011 | 09:57

Καταρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω την ένωση ιδιοκτητών ακινήτων και ιδιαίτερα τον πρόεδρο κ. Παναγή Γεράκη για την στήριξη τους, προκειμένου να παρουσιασθεί στο Περιφερειακό Συμβούλιο η παρούσα εισήγηση.

            Το «Δασικό» όπως έχει πλέον καθιερωθεί να λέγεται, είναι ένα σημαντικό ζήτημα που επιφέρει πολλά προβλήματα στον κόσμο της Επτανήσου. Είναι ένα ζήτημα που αξίζει να διερευνηθεί από την Πολιτεία και να προβεί στις απαραίτητες τροποποιήσεις του Νομοθετικού πλαισίου.  

            Σας γνωρίζουμε ότι ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΤΑΝΗΣΟ, Κρήτη, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Κυκλάδες και σε ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΟΥ ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΧΩΡΙΣΤΑ ΝΑ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ ΤΙΤΛΟ και ν’ αποδεικνύει μ’ αυτόν την κυριότητά του.

             Η ΔΑΣΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΕΚΤΑΣΕΩΣ ΔΕΝ ΠΑΡΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΡΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1836 ΧΕΡΣΩΘΕΝΤΕΣ ΑΓΡΟΙ. Ειδικότερα το νομικό καθεστώς των Δασών και Δασικών εκτάσεων της Επτανήσου, είναι εντελώς διάφορο από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Συγκεκριμένα:

            Στην Επτάνησο την Ενετική κυριαρχία που άρχισε στην Κέρκυρα το έτος 1386, στην Ζάκυνθο το 1462, στην Κεφαλληνία το 1500 και στην Λευκάδα το 1684 και διήρκεσε μέχρι το έτος 1797, διαδέχθηκε η συσταθείσα με την συνθήκη της Κων/πόλεως, του έτους 1800 «Επτάνησος Πολιτεία» και με την συνθήκη των Παρισίων του έτους 1815 το αναγνωρισθέν μετέπειτα ανεξάρτητο Κράτος, με το όνομα «Ηνωμένα Κράτη Ιονίων Νήσων», διεπόμενο από το Σύνταγμα του έτους 1817 (Μαιϊτλαντ).

            Από τις παραπάνω συνθήκες, την Ξ’ Πράξη της Ζ’ Ιονίου Γερουσίας της 30-7-1834, την 10η πράξη της Η’ Ιονίου Γερουσίας της 26-5-1845 και το άρθρο 24 Κανονισμού διαχειρίσεως Ιονίου περιουσίας καταφαίνεται, ότι δημόσια κτήματα και συνεπώς δημόσια δάση ως ιδιοκτησία του Κράτους δεν υπήρχανε στην Επτάνησο, αλλά μόνον περιουσία καθεμίας νήσου ανήκουσα στην εγχώρια τοπική κυβέρνηση, καλουμένη επιχώριος περιουσία, γι’ αυτό ουδεμία ειδική νομοθεσία υφίσταται περί ρυθμίσεως των δασών και δασικών εκτάσεων της Επτανήσου εις την «Επτάνησο Πολιτεία» ή τα «Ηνωμένα Κράτη Ιονίων Νήσων», ούτε μνεία περί περιουσίας του κράτους γίνεται
στις άνω συνθήκες ιδρύσεως της Επτανήσου Πολιτείας και του Ιονίου Κράτους, ώστε να υπάρχει διαδοχή σ’ αυτήν από το Ελληνικό Δημόσιο μετά την Ένωση των Επτανήσων με το Ελληνικό Κράτος το έτος 1864.

            Πρόσθετα στα άρθρα 422-492 και 473-477 του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα, ουδεμία μνεία γίνεται περί δασών παρά μόνο περί των δικαιωμάτων επικαρπωτή δάσους (άρθρο 477), εκ του οποίου συνάγεται ότι τα δάση δεν ανήκανε στο Ιόνιο Κράτος, αλλά είτε στην επιχώρια περιουσία κάθε νήσου, είτε σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες. Το αναμφισβήτητο αυτό νομικό
καθεστώς ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας επί των δασών και δασικών εκτάσεων της Επτανήσου, αφού ουδέν έλαβε εκ της επιχωρίου περιουσίας μετά την Ένωση της Επτανήσου και συνακόλουθα ότι το νόμιμο τεκμήριο κυριότητας υφίσταται υπέρ των ιδιωτών και όχι υπέρ του Δημοσίου στην Επτάνησο, δέχονται κατά την κρατούσα και ορθή άποψη οι αποφάσεις των Δικαστηρίων.

            Κατά συνέπεια μόνη η επίκληση από το Δημόσιο της δασικής υφής – μορφής της εκτάσεως δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου, αλλά οφείλει το Δημόσιο σε κάθε περίπτωση χωριστά να επικαλείται και αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο προβλέπετε παλαιότερα από τον Ιόνιο Πολιτικό Κώδικα και ήδη από 23-2-1946 από τον Αστικό Κώδικα ή άλλον ειδικό νόμο προβλέποντας κτήση κυριότητας ακινήτου. Ακόμη και το περίφημο, ελατοδάσος του Αίνου – Ρουδίου μοναδικό στα νησιά, εκτάσεως 28.430 στρεμμάτων, υπό το νομικό περίβλημα της επιχωρίου περιουσίας με τους νόμους Ψ1/1878 (ΦΕΚ 64/1878) και ΑΦΚΖ/1887 (ΦΕΚ 144/1887) περιήλθε στα Φ.Κ.Κ. (Φιλανθρωπικά καταστήματα Κεφαλληνίας) τα οποία ανέλαβαν ευσυνείδητα και ορθολογικά την προστασία του, αλλά στην συνέχεια με το αρ. 233/30-12-1969 233/30-12-1969     συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερ. Αυγερινού, μετά γνωμοδότηση και εντολή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μετεβίβασαν κατά κυριότητα στο Δημόσιο προς δημιουργία Εθνικού Δρυμού.

            Πρόσθετα με χρησικτησία δεν δύναται ν’ αποκτήσει δικαιώματα κυριότητας το Δημόσιο, γιατί για να καταστεί ακίνητο αδέσποτο δεν αρκεί η μη καλλιέργεια αυτού ως ο «περί γαιών νόμος» προέβλεπε, αλλά μετά τον Νόμο  του 1856, που ίσχυσε από την Ένωση της Επτανήσου 1864, απαιτείται να συνυπάρχει η εγκατάλειψη της νομής του ακινήτου με την δήλωση βουλήσεως του εγκαταλείποντα ιδιοκτήτη περί παραιτήσεώς του από την κυριότητα, γενόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο, υποβαλλόμενο σε μεταγραφή (άρθρα 972 ΑΚ και 2 Α.Ν. 1539/1938 Μπαλή Εμπράγματο
Έκδοση Δ’ σελ. 216 Ε.Α. 943/52). Αυτά εδέχοντο κατά πάγια τακτική τα Ελληνικά Δικαστήρια. Μεταξύ άλλων μνημονεύουμε τις παρακάτω αποφάσεις αρ. 3/22-3-1976 Ειρηνοδικείου Σαμαίων, αρ. 50/20-5-1976 και 117/7-10-1976 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και αρ. 195/22-6-1976 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας. Τις ίδιες απόψεις υπεστήριξε και ο Καθηγητής Παν/μίου Γρηγόριος Κασιμάτης στην διατριβή του «Τα Δημόσια Κτήματα εν Επτανήσω» και το Σ.τ.Ε. με την αρ. 920/1937 απόφασή του.
            Αντίθετα στην υπόλοιπη επικράτεια ήτοι την Τουρκοκρατούμενη Ηπειρωτική Ελλάδα και Πελοπόννησο που απελευθερώθηκαν το έτος 1836 και ίσχυαν μέχρι τότε σ’ αυτές το Κοράνιο και το Οθωμανικό δίκαιο, τα δάση ανήκαν κατά τεκμήριο στο Δημόσιο και γι’ αυτό με τα άρθρα 1,2,3 του ΒΔ 17/29 Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά διαδοχή σε κάθε έκταση που αποτελούσε προ της ενάρξεως ισχύος του δάσος, εξαιρέσει εκείνων των δασών για τα οποία υφίσταται έγγραφη απόδειξη των
αρμοδίων τουρκικών αρχών «ταπί» ότι ανήκαν εις ιδιώτες πριν από την έναρξη του Αγώνα της ανεξαρτησίας και με την προϋπόθεση ότι εντός ετησίας προθεσμίας από την δημοσίευση του άνω Β.Δ. υπεβλήθησαν τα έγγραφα «ταπί» στην επί των Οικονομικών Γραμματεία (Υπουργείο Οικονομικών).             Αλλά και ο επακολουθήσας νόμος  «περί διακρίσεως κτημάτων» του έτους 1837 (άρθρο 14 αναφέρει ότι «Δημόσια Κτήματα είναι όσα ανήκουν εις την επικράτεια, δια να εξαρθεί ότι το περί κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών τεκμήριο του Β.Δ. του 1836 αφορά τις προ
του 1836 καταστάσες δασικές εκτάσεις και όχι τις μετέπειτα δημιουργηθείσες ήτοι τους χερσωθέντες μετέπειτα αγρούς (Μον. Πρ. Α. 1099/74, Πολ. Πρ. Α. 18/1974 και Α.Π. 12/75).

            Το παραπάνω πάγια αναγνωρισθέν νομικό καθεστώς περιελήφθη στο άρθρο 62 του νόμου 998/1979, διάταξη σύμφωνα με την οποία στους νομούς των Ιονίων Νήσων, Κρήτης, Λέσβου, Σάμου, Χίου, νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων, ισχύει το υπέρ των ιδιωτών τεκμήριο κυριότητας, ενώ στην υπόλοιπη επικράτεια το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο.

             Επειδή η Δ/νση Δασών Κεφαλληνίας δεν συμμορφώθηκε με την άνω διάταξη του άρθρου 62 Ν. 898/1979 και το ισχύον νομικό καθεστώς, κατετέθη η από 19-1-1983 (αρ. κατ. 3/19-1-83) αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν η αρ. 97/1983 προδικαστική και αρ. 34/1990 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ιδιώτη και δικαιώθηκαν οι θέσεις μας.

            Την από 26-2-1991 έφεση (αρ. κατ. 10/1-3-91) του Ελληνικού Δημοσίου κατά της άνω αρ. 34/1990 απόφασης απέρριψε η αρ. 1098/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Το Δημόσιο άσκησε στην συνέχεια την αρ. 166/2-12-1992 αίτηση αναιρέσεως, από την οποία όμως παραιτήθηκε με τα αρ. 3857/14-9-1993 Πρακτικά του Δικαστικού Γραφείου Πατρών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για να μην ταπεινωθεί και πάλιν, γιατί στο μεταξύ εκδόθηκε και η αρ. 340/1985 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΝοΒ 34-76) που αναγνωρίζει το υπέρ των ιδιωτών τεκμήριο στα Ιόνια Νησιά, Κρήτη, Λέσβο, Σάμο, Χίο, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Κυκλάδες.

Όσο διάστημα το δάσος Αίνου – Ρουδίου είχε στην προστασία του το Αδελφάτο των Φ.Κ.Κ. (Φιλανθρωπικών Καταστημάτων Κεφαλληνίας Κληροδοτήματος Π. Βαλλιάνου) είχε αναπτυχθεί με συνεργασία του Δήμου Αργοστολίου, του Δασαρχείου Κεφαλληνίας, της Πρακτικής Γεωργικής Σχολής Π. Βαλλιάνου και της Φιλοδασικής Ενώσεως Κεφαλληνίας φυτώριο ατόμων Κεφαλληνιακής ελάτης αναγκαίων για την αναδάσωση και επέκτασή του.          Ακόμη με πρωτοβουλία των ιδίων δημιουργήθηκε φυτώριο πεύκης και αγορασθήκανε από την Φιλοδασική Ένωση Κεφαλληνίας
εκτάσεις γύρω από το Αργοστόλι (Μερίδα Ζ αρ. 6427 Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου τόμοι 34 αρ. 638 της 8-3-1928, 35 αρ. 570 της 20-2-1934, 35 αρ. 573 της 28-2-34, 35 αρ. 410 28-1-2939, 36 αρ. 67 της 2-10-1939 αγορές και 36 αρ. 614 της 25-10-1950 αποδοχή κληροδοσίας) στις οποίες εκτάσεις μεθοδικά φυτεύονταν πεύκα από τα φυτώρια που διατηρούντο στην περιφέρειά μας. Τα Γερμανικά Κατοχικά Στρατεύματα κατέκαυσαν τα έτη 1943-44 τμήματα του ελατοδάσους μας και απαιτείται αναδάσωσή τους.

 Κατά συνέπεια φρονούμε ότι το Δημόσιο οφείλει  – το αυτονόητο – να προστατεύσει την ιδιοκτησία του και δη τον ανεκτίμητης αξίας Εθνικό Δρυμό Αίνου – Ρουδίου εκτάσεως 28.430 στρεμμάτων πολύτιμο θησαυρό διασφαλίζοντα επάρκεια υδάτινων πόρων για όλες τις ανάγκες της νήσου Κεφαλληνίας και Ιθάκης ακόμη και ταυτόχρονα να σεβασθεί τις πέριξ του Εθνικού Δρυμού ιδιοκτησίες των ιδιωτών οι περισσότεροι των οποίων είναι αγρότες και κτηνοτρόφοι οι οποίοι υπό αντίξοες συνθήκες μοχθούν για να διαφυλάξουν τα νοικοκυριά τους και διαθρέψουν τις οικογένειές τους μ’ αυτές και όχι να μεθοδεύει τρόπους στραγγαλισμού νομίμων δικαιωμάτων
των πολιτών που με αυτοθυσία προστατεύουν το δάσος.

            Εν τέλει το Δημόσιο υποχρεούται και μάλιστα στον 21ο αιώνα να προστατεύει τον ανεκτίμητο πλούτο μας και  τους πολίτες. Οφείλει  να μην δείχνει το ανάλγητο πρόσωπο του με καταδυναστικού τύπου συμπεριφορές που προκαλούν το Δημόσιο αίσθημα.