Αρκετοί, οι οποίοι συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο, θεωρούν ότι το δημόσιο χρέος στο ύψος αυτό δεν είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου θα πρέπει να επέλθουν δραστικές ενέργειες ως προς την διευθέτησή του
Η βιωσιμότητα του Δημοσίου Χρέους και το μέλλον της χώρας μας ενόψει των επερχόμενων εκλογών
15/01/2015 | 12:01

Του Θεόδωρου Παγκράτη*

pagkraths thodwros

Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο (αρ. 75/30-09-2014) του Ο.Δ.Δ.Η.Χ. το δημόσιο χρέος της χώρας μας ανέρχεται στα 321,7 δις €, δηλαδή στο 174% του Α.Ε.Π, οποίο εκτιμάται στα 185 δις €. Το χρέος της χώρας κατανέμεται σε δύο κύριες κατηγορίες, στα δάνεια ύψους  241,8 δις € ήτοι το 75,16 % του συνολικού χρέους, και σε τίτλους, κυρίως ομόλογα, συνολικού ύψους  79.9 δις €, ήτοι το 24,84 % του συνολικού χρέους.

Αρκετοί, οι οποίοι συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο, θεωρούν ότι το δημόσιο χρέος στο ύψος αυτό δεν είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου θα πρέπει να επέλθουν δραστικές ενέργειες ως προς την διευθέτησή του. Ως τέτοιες ενέργειες προσδιορίζουν το «κούρεμα» και την αναστολή πληρωμών των τόκων για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι το χρέος είναι βιώσιμο και ότι μπορεί να αποπληρωθεί, ακολουθώντας την υφιστάμενη οικονομική πολιτική. Είναι λογικό, λοιπόν, οι δύο αυτές αντικρουόμενες  απόψεις, οι οποίες προτάσσονται κυρίως από τα δύο μεγάλα κόμματα τα οποία διεκδικούν την εξουσία στις επερχόμενες εκλογές, να έχουν διχάσει ένα μέρος του ελληνικού λαού, ενώ ένα άλλο μέρος των ελλήνων πολιτών συνεχίζει να αναζητά απάντηση στο ερώτημα αν  το χρέος της χώρας μας είναι βιώσιμο.

Καταρχήν, προκειμένου να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η διεθνής βιβλιογραφία δεν προσφέρει κάποια ασφαλή μεθοδολογία βάσει της οποίας μπορούμε να προσδιορίσουμε πότε το χρέος μιας χώρας είναι βιώσιμο και πότε όχι.  Για παράδειγμα, δεν έχει αμφισβητηθεί η βιωσιμότητά του δημοσίου χρέους που έχει η Ιαπωνία, το οποίο προσεγγίζει το 200% του Α.Ε.Π., ενώ αντίθετα η Πορτογαλία με ένα χρέος κοντά στο 80%, είχε αποκοπεί από τις αγορές.  Επίσης, η χώρα μας με δημόσιο χρέος το οποίο ανήλθε το 2009 στο 129,7% του Α.Ε.Π. βγήκε εκτός αγορών, ενώ η Ιταλία με υψηλότερο δημόσιο χρέος, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο 135% του Α.Ε.Π. είναι εντός αγορών και εξυπηρετείται με σχετικά ευνοϊκούς όρους.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι  οι χρηματαγορές και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης δεν λαμβάνουν υπόψη τους ως μοναδικό κριτήριο το ύψος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του Α.Ε.Π., προκειμένου να εκτιμήσουν τη δυνατότητα αποπληρωμής του. Αυτό το οποίο κυρίως εξετάζουν είναι τη δυνατότητα που έχει μια χώρα να παράγει πλούτο καθώς και τη βιωσιμότητα του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που εφαρμόζει .

Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας ξενίζει το γεγονός ότι η Ελληνική οικονομία, το 2010, βγήκε εκτός αγορών, αν λάβουμε υπόψη μας δύο σημαντικούς μακροοικονομικούς δείκτες για το έτος  2009, το δημόσιο έλλειμμα (έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης) το οποίο ανήλθε στο 15,6% του Α.Ε.Π., και το οποίο αντικατοπτρίζει τις επιδόσεις του ελληνικού δημοσίου, καθώς και το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, το οποίο διαμορφώθηκε, το ίδιο έτος, στο 11,1% του Α.Ε.Π. και το οποίο αντικατοπτρίζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μιας χώρας.

Τα λεγόμενα «δίδυμα ελλείμματα» της ελληνικής οικονομίας, τα οποία σημειωτέον ήταν διαχρονικά,  αποκάλυπταν το προφανές, ότι η  ελληνική οικονομία με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που παρουσίασε τα προηγούμενα έτη, στηρίζονταν σε πήλινα πόδια. Ο ισχυρισμός αυτός ενισχύεται και από το γεγονός ότι ενώ την χρονική περίοδο 1996-2009 η χώρα παρουσίαζε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το Α.Ε.Π. διατηρούσε μια σταθερή αναλογία σε σχέση με το δημόσιο χρέος. Δηλαδή το χρέος της χώρας αυξάνοντας με τους ίδιους περίπου ρυθμούς με το Α.Ε.Π. της χώρας.

Την αιτία της διαχρονικής αύξησης του δημοσίου χρέους της χώρας μπορεί να αναζητήσει κάποιος  στον  αναποτελεσματικό διογκωμένος και διεφθαρμένο δημόσιο τομέα, ο οποίος μαζί με ένα νοσηρό ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δομημένο στις πελατειακές σχέσεις,  προκειμένου να τροφοδοτήσει έναν παρασιτικό και μη ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα,  προσέφευγε συστηματικά στον εξωτερικό και εσωτερικό δανεισμό. Το βασικό συστατικό της ελληνικής οικονομίας ήταν η υπέρμετρη και άστοχη μόχλευση του κράτους καθώς και των ιδιωτών.

Αυτό ακριβώς το οικονομικό μοντέλο της χώρας μας, το οποίο είναι προφανές πως δεν ήταν βιώσιμο έχασε την εμπιστοσύνη των θεσμικών επενδυτών οι οποίοι, μετά τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και επεκτάθηκε το 2008 και στον υπόλοιπο κόσμο, έγιναν και συνεχίζουν να είναι πιο καχύποπτοι, πιο επιφυλακτικοί και πιο προσεκτικοί.

Συνεπώς, αν η επόμενη κυβέρνηση έχει ως βασικό στόχο την επιστροφή της χώρας στις αγορές, θα πρέπει να θέσει ως άμεση προτεραιότητα την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ολοκληρώνοντας και βελτιώνοντας την μεταρρυθμιστική προσπάθεια που ξεκίνησε η προηγούμενη κυβέρνηση καθώς και υλοποιώντας μια σειρά από νέες μεταρρυθμίσεις σε νευραλγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας που συνεχίζουν, δυστυχώς ακόμη και σήμερα, να παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα.

Ειδικότερα, η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αναδιάρθρωση του κράτους, στην πάταξη της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, στην βελτίωση του επενδυτικού κλίματος, με σκοπό την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, καθώς και στην αξιοποίηση της περιουσίας του ελληνικού δημοσίου. Είναι σαφές ότι η χώρα μας δεν μπορεί να αναπτυχθεί στηριζόμενη αποκλειστικά στο δημόσιο τομέα και σε μια εκ νέου λογική Deficit Spending που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις των παρελθόντων ετών και οδήγησαν την ελληνική οικονομία στην καταστροφή. Οι δογματικές αντιλήψεις και οι ιδεοληψίες, περί των ιδιωτικών επενδύσεων και της εκμετάλλευσης της περιουσίας του ελληνικού δημοσίου από ιδιώτες, θα πρέπει να εκλείψουν. Η χώρα μας θα πρέπει να εκμεταλλευτεί, με ορθολογικό τρόπο και με σεβασμό στο περιβάλλον, κάθε διαθέσιμη πλουτοπαραγωγική πηγή προκειμένου να αυξήσει το Α.Ε.Π. της και κατ’ επέκταση να μειωθεί η ανεργία που αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας.

Αναμφισβήτητα, για την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων θα απαιτηθεί χρόνος και οι όποιες θετικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία ακόμη μεγαλύτερο. Όμως, η υλοποίησή τους θα δώσει ένα θετικό μήνυμα στις αγορές και θα αποτελέσει ένα ισχυρό χαρτί στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης προκειμένου να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους.

Βέβαια, η διευθέτηση του ελληνικού χρέους δεν μπορεί να περιμένει αλλά ούτε και είναι μια απλή υπόθεση. Η επόμενη κυβέρνηση που θα πραγματοποιήσει τις σχετικές διαπραγματεύσεις πρέπει να διακατέχεται από ρεαλισμό. Έννοιες, όπως το «κούρεμα» των δανείων και η μακροχρόνια αναστολή καταβολής των τοκοχρεολυσίων ή των τόκων, που συχνά ακούμε στο δημόσιο διάλογο προτάσσονται κυρίως από όσους δεν έχουν αίσθηση της πραγματικότητας στο πως λειτουργούν οι αγορές. Ακόμη και αν ήθελαν οι κυβερνήσεις των ξένων χωρών να υλοποιήσουν αυτές τις προτάσεις ποτέ δεν θα συμφωνούσαν τα κοινοβούλιά τους. Ας μη ξεχνάμε ότι μεταξύ των χωρών που μας έχουν δανείσει βρίσκονται και χώρες όπως η Εσθονία, η Σλοβακία, η Σλοβενία κ.α. που έχουν πολύ χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, από αυτό που έχει η χώρα μας. Επίσης, ένα νέο κούρεμα τύπου PSI όχι μόνο είναι ανέφικτο, αλλά δεν έχει και νόημα, δεδομένου της χαμηλής συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο ελληνικό δημόσιο χρέος (24,84%).

Αντίθετα, αποτελεί ρεαλιστική πρόταση η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων που έχουμε λάβει, στα 75 έτη  καθώς και η περαιτέρω μείωση των κυμαινόμενων επιτοκίων  (ο μέσος όρος αυτή τη στιγμή είναι στο 2,5%) και ταυτόχρονα η σταθεροποίηση τους, καθόσον αναμένεται στο μέλλον να ακολουθούσουν την πορεία του πληθωρισμού και να αυξηθούν, δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή στην Ε.Ε. επικρατούν αποπληθωριστικές τάσεις. Παράλληλα, μπορεί να διεκδικηθεί από την Ε.Ε. ένα σημαντικό ποσό, με αποκλειστικό σκοπό (ρήτρα) την ενίσχυση του Π.Δ.Ε. προκειμένου να επιτευχθεί περαιτέρω αύξηση του Α.Ε.Π.. Επίσης, θα μπορούσαμε να επιτύχουμε χαλάρωση της βαριάς φορολογίας που έχει επιβληθεί και αφαιρεί πόρους από την αγορά, καθώς και την οριστική αναστολή οποιασδήποτε σχεδιαζόμενης μορφής περικοπής σε μισθούς και συντάξεις, στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, προτάσσοντας πάντα ως βασικό επιχείρημα την ανάγκη αύξησης του Α.Ε.Π. της χώρας, το οποίο αποτελεί τον παρανομαστή του κλάσματος στη σχέση δημοσίου χρέους προς Α.Ε.Π.. και κατά τη γνώμη μου το πιο βασικό παράγοντα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Αυτές οι προτάσεις που στοχεύουν στην αύξηση του Α.Ε.Π. της χώρας, αλλά και στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, θα καταστήσουν το δημόσιο χρέος βιώσιμο και ως εκ τούτου θα μπορέσουν να γίνουν ευκολότερα δεκτές από τους εταίρους μας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα προχωρήσουμε ως κράτος στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, δίνοντας μια θετική προοπτική στους δανειστές μας για το μέλλον της χώρας μας.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Η Ευρώπη και στις 26-01-2015 θα έχει τις ίδιες απαιτήσεις. Θα απαιτήσει την ήδη συμφωνημένη τμηματική εξόφληση του δανείου των 240 δις €, περίπου, που μας χορήγησε, προκειμένου να μη οδηγηθεί η χώρα μας σε άτακτη χρεωκοπία, όπως συνέβη στην Αργεντινή το 2001, με ολέθριες συνέπειες για το λαό της, γιατί δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει μέρος του χρέους της, ύψους 100 δις δολαρίων, ποσό πολύ μικρότερο από αυτό που λάβαμε εμείς συγκρίνοντας ακόμη και τα σχετικά μεγέθη των οικονομιών των δυο χωρών.

Συνεπώς, αυτό που μπορούμε πραγματικά να επιτύχουμε είναι τη βελτίωση των όρων των δανείων που έχουμε λάβει, αλλάζοντας όμως παράλληλα τον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί ακόμη και στο εντελώς απίθανο σενάριο να επιτύχουμε «κούρεμα» των κεφαλαίων των δανείων που έχουμε ήδη λάβει, χωρίς να μεταρρυθμίσουμε την ελληνική οικονομία, είναι βέβαιο ότι σε λίγα χρόνια θα ήμαστε στον ίδιο παρανομαστή, δηλαδή στην ίδια οικονομική κατάσταση που είμαστε σήμερα.

*Ο Θεόδωρος Παγκράτης είναι Οικονομολόγος, Πρόεδρος του Π.Τ. Ιονίων Νήσων του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας