Το παιχνίδι είναι «σικέ» και μόνο για δυο
16/10/2018 | 10:21

Γράφει ο Ανδρέας Κωνσταντάτος

Στους συριζαίικους κύκλους, εδώ και καιρό, είναι γνωστό πως η προεκλογική εκστρατεία θα ξεκινήσει την επομένη της αποστολής δικαστικών κλήσεων σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για τις υποθέσεις ΝOVARTIS και ΚΕΕΛΠΝΟ.

Ο αναπληρωτής υπουργός  Υγείας το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι «τις εκλογές θα κερδίσουμε… αν  βάλουμε και κανέναν φυλακή. Πρέπει να βάλουμε κάποιους φυλακή» και ζήτησε συντόμευση των δικαστικών διαδικασιών, καθώς βλέπει πως η κυβέρνηση παραπαίει και ίσως δεν προλάβει… Στο ίδιο μήκος κύματος σήμερα  και ο κ. Καμμένος  που εμφανίστηκε σίγουρος για το αποτέλεσμα της δικαστικής διερεύνησης , επιβεβαιώνοντας τη συλλογιστική  Πολλάκη με τη φράση «θα  τους βάλουμε μέσα».

Και οι δυο πλευρές ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ενώθηκαν σε μια κυβέρνηση το 2015, με βάση το λαϊκισμό, που εκμεταλλεύεται τα ταπεινότερα ένστικτα μιας μερίδας της κοινής γνώμης, κεφαλαιοποιώντας τον θυμό που ακολούθησε την κρίση και το γνωστό δόγμα Τσίπρα «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», με στόχο την παραμονή στην εξουσία και την εκμετάλλευσή της με κάθε τρόπο.

Αυτό το δόγμα ισχύει και σήμερα, το ίδιο και η επιδίωξη τους, γι’ αυτό όσα βλέπουμε και ακούμε τελευταία περί διαφωνιών, περί κόντρας των δυο πλευρών, φαίνεται πως δεν είναι τίποτε άλλο από ένα «σικέ» παιχνίδι που παίζεται με στόχο την εκλογική σωτηρία και των δυο. Ένα παιχνίδι για την «ενίσχυση» της πολιτικής αυτονομίας των ΑΝΕΛ και του κ. Καμμένου, ώστε να στοχεύσει ξανά στο εθνικιστικό δεξιό ακροατήριο του και την παράλληλη «κάθαρση» του ΣΥΡΙΖΑ από την ακροδεξιά βαριά «μυρωδιά» του κ. Καμμένου και της παρέας του.

Τώρα βέβαια υπάρχουν και εκείνα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ που δεν γνωρίζουν το παιχνίδι σε βάθος και άθελά τους με τις αντιδράσεις τους, δίνουν ένα  τόνο ρεαλισμού στη συμφωνημένη διαμάχη. Όπως του  βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Σάκη Παπαδόπουλου  που εξέφρασε την άποψη πως «όπως είναι τα πράγματα πέρα από τον Οκτώβρη δεν μπορούμε να πάμε με τον  Καμμένο». Για να τον αποκαλέσει ο Καμμένος«φουκαρά από τα Τρίκαλα» που πήγε στο υπουργείο του για να του ζητήσει ρουσφέτι.