
Οι διακοπές αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως είδος… «πολυτελείας», ωστόσο οι τάσεις που καταγράφονται, αποτυπώνουν μία διαφορετική πραγματικότητα.
Δεν προκαλεί πλέον έκπληξη. Μόνο ένας στους δύο σχεδιάζουν να κάνουν διακοπές φέτος το καλοκαίρι, επιζητώντας ταυτόχρονα φτηνότερες λύσεις, με στόχο να παρατείνουν έστω και λίγο την εκ των πραγμάτων «ψαλιδισμένη» περίοδο χαλάρωσης.
Αυτό προκύπτει από την έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ με τα στοιχεία να αποτυπώνουν ουσιαστικά τις οικονομικές πιέσεις που δέχεται η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών στην Ελλάδα.
Άλλωστε, εδώ και χρόνια οι δημοσκοπήσεις και οι διαφόρων ειδών έρευνες εμφανίζουν με διαφορά την ακρίβεια και τους χαμηλούς μισθούς ως τα κύρια προβλήματα των Ελλήνων.
Τα δεδομένα
Συνοπτικά, μερικά από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας του ΙΕΛΚΑ είναι:
Το 50% των ερωτηθέντων δεν προγραμματίζει διακοπές το καλοκαίρι του 2026
Όσον αφορά το άλλο μισό που θα πάει διακοπές, το 34% απάντησε ότι θα κάνει έστω και περιορισμένες διακοπές, το 14% πως θα ταξιδέψει όπως κάθε χρόνο, ενώ μόλις το 2% δηλώνει ότι θα πάει διακοπές περισσότερες ημέρες.
Ο μέσος χρόνος διακοπών διαμορφώνεται στις 11,4 ημέρες, στοιχείο που επιβεβαιώνει την τάση για συγκρατημένες αποδράσεις.
Η πλειοψηφία επιλέγει εξοχικές κατοικίες (ιδιόκτητες, φίλων και συγγενών ή με μίσθωση), το 35% διαμονή σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, μόνο το 14% διαμονή σε ξενοδοχεία, ενώ το 8% επιλέγει camping και το 9% ταξίδι στο εξωτερικό.
«Σε γενικές γραμμές καταγράφεται μία πρόθεση του ελληνικού κοινού για οικονομικότερες λύσεις διακοπών προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα για να μπορέσει να πραγματοποιήσει κάποιο ταξίδι, είτε για να μπορέσει να επεκτείνει τη χρονική διάρκεια του», τονίζεται στην έρευνα.
Συνολικά, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, «τα ευρήματα αποτυπώνουν μια σαφή τάση εξοικονόμησης χρημάτων στις φετινές διακοπές, αποτέλεσμα κυρίως του μειωμένου διαθέσιμου εισοδήματος και του αυξημένου κόστους μετακίνησης, διαμονής και διατροφής».
«Η τάση αυτή εκφράζεται μέσα από τη συστηματική προετοιμασία γευμάτων στον χώρο διαμονής, την αποφυγή εξόδων για εστίαση και την εντατική αγορά τροφίμων από σούπερ μάρκετ, φούρνους, οπωροπωλεία και άλλες τοπικές επιχειρήσεις», τονίζεται παράλληλα.
«Παρά τον περιορισμό στις συνολικές δαπάνες, η ενίσχυση των μικρών, τοπικών αγορών αναδεικνύεται σε έμμεσο αλλά ουσιαστικό θετικό αποτέλεσμα, δημιουργώντας έναν κύκλο ευρύτερης οικονομικής στήριξης των τοπικών κοινοτήτων στις τουριστικές περιοχές», επισημαίνεται.
«Το μοντέλο των διακοπών αλλάζει»
Τα τελευταία χρόνια «φαίνεται ότι το μοντέλο των διακοπών αλλάζει», σημειώνει, μιλώντας στο Reader.gr, ο Λευτέρης Κιοσές, γενικός διευθυντής του ΙΕΛΚΑ και υπεύθυνος για τον συντονισμό των ερευνών.
«Όπως διαπιστώνεται και από το αποτέλεσμα της έρευνας, υπάρχει τάση προς λιγότερες ημέρες διακοπών, σε προορισμούς που δεν έχουν τόσο πολλά μεταφορικά και κυρίως σε καταλύματα τα οποία είναι εκτός του ξενοδοχειακού κλάδου –εξοχικά και χρόνιας μίσθωσης– με στόχο τη μείωση του κόστους και την επέκταση της διάρκειας», εξηγεί.
Έτσι, οι καταναλωτές επιλέγουν μικρότερες μετακινήσεις, φτηνότερα καταλύματα και μείωση του κόστους διατροφής «με τη δυνατότητα να μπορεί κάποιος να συμπληρώσει κάποια από τα γεύματά του εκτός της εστίασης, είτε με μαγείρεμα στο σπίτι είτε με έτοιμο φαγητό».
Ένας συνδυασμός παραγόντων
Σύμφωνα με τον κ. Κιοσέ, η αλλαγή στο μοντέλο διακοπών εδράζεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων, τόσο όσον αφορά την προσφορά όσο και τη ζήτηση: «Σίγουρα τα διαθέσιμα εισοδήματα παίζουν ρόλο, αλλά από την άλλη οι τιμές είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να πάει διακοπές, δηλαδή τα εισιτήρια, το κόστος διαμονής, το κόστος εστίασης».
Όπως εξηγεί, «όταν οι καταναλωτές τα “ζυγίζουν”, μάς λένε με μία αναλογία 2 προς 1 ότι το κύριο πρόβλημά τους είναι το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα και όχι τόσο οι αυξημένες τιμές.
Ωστόσο πρόκειται για συνδυασμό, από τη στιγμή που οι τιμές των καταλυμάτων έχουν αυξηθεί –καθώς υπάρχει για παράδειγμα ζήτηση από το εξωτερικό– ενώ τα εισοδήματα δεν έχουν ακολουθήσει την ίδια ανοδική πορεία».
Τελικά, όποιος κάνει διακοπές έχει χρήματα;
Κατά τον κ. Κιοσέ, για να απαντήσει κανείς σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να ορίσει το τι είναι «διακοπές». Όπως επισημαίνει, «αν μία ομάδα καταναλωτών επιλέγει εξοχικό σπίτι και δεν έχει κόστος διαμονής, κάνει ένα τύπο διακοπών μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος, κάτι που μπορεί να αφορά και ανθρώπους χαμηλότερων εισοδημάτων.
Έπειτα, υπάρχει μία άλλη μεγάλη ομάδα που πάει για λίγες ημέρες (τρεις με επτά περίπου) σε κάποιο ταξιδιωτικό προορισμό. Πρόκειται για διαφορετικές προσεγγίσεις σε κάθε περίπτωση».
«Συνοπτικά και με πολύ απλοποιημένο τρόπο, οι καταναλωτές που έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε κάποιο σπίτι, επεκτείνουν το χρόνο διαμονής, ενώ άλλοι πηγαίνουν για λίγες ημέρες σε κάποιον προορισμό και να έχουν την εμπειρία του ταξιδιού», εξηγεί και συμπληρώνει:
«Αυτό πάντως που φαίνεται ως ξεκάθαρη τάση, είναι η στροφή προς τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τα μισθωμένα εξοχικά και κυρίως η μείωση του κόστους διαμονής. Όλο αυτό αλλάζει την έννοια που είχαμε στο μυαλό μας για το “ταξίδι”».
Παράλληλα, «αν και δεν έχουμε πολλά στοιχεία ακόμη, διαφαίνεται μία στροφή προς ηπειρωτικούς προορισμούς, με στόχο την εξοικονόμηση χρημάτων, κυρίως από τα ακτοπλοϊκά και τους πιο ακριβούς προορισμούς».
Μάλιστα, από όσους πάνε διακοπές, σύμφωνα με τον υπεύθυνο ερευνών του ΙΕΛΚΑ, «ένας στους δύο είναι κάτω από επτά ημέρες. Ο μέσος όρος των 11 ημερών αφορά και αυτούς που έχουν εξοχικά, οι οποίοι ουσιαστικά “σώζουν” την κατάσταση».
Οι «μεταμορφώσεις» του ελληνικού καλοκαιριού
Τις τελευταίες δεκαετίες, η έννοια του ελληνικού καλοκαιριού έχει περάσει από διάφορα στάδια, όπως επισημαίνει ο Λευτέρης Κιοσές: «Υπήρχε ένα στάδιο στα 80’s που ήταν η πιο “ευχάριστη” περίοδος για το ελληνικό καταναλωτικό κοινό με πολύ μεγάλους χρόνους διακοπών, αλλά όχι τόσο μεγάλη “πολυτέλεια”.
Έπειτα περάσαμε στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 που ήταν μία περίοδος με αρκετά αυξημένα εισοδήματα και μεγάλη ανάπτυξη, οπότε το καλοκαίρι άλλαξε και σε επίπεδο “πολυτέλειας”».
«Εδώ και μία δεκαπενταετία όμως βρισκόμαστε σε μία περίοδο προσαρμογής προς κάτι πιο οικονομικό, προκειμένου να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουμε», καταλήγει ο υπεύθυνος για τον συντονισμό των ερευνών του ΙΕΛΚΑ.
Πηγή: reader.gr
