Τραγουδιών ιστορία
Τα ξεχασμένα τραγούδια στις Ληξουριώτικες ταβέρνες κάποτε..
30/11/2019 | 19:00

Γράφει ο Γεράσιμος Γαλανός

Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Ληξουρίου είναι και το ονομαστό «Σαν το ρόδο ή το ρόδο». Το τραγουδούσαν από παλιά οι Ληξουριώτες στις ταβέρνες και σε χώρους που διασκέδαζαν και, ακόμη έως  σήμερα το θεωρούν ως το ύμνο της μουσικής τους  ληξουριώτικης παράδοσης.

Το υπέροχο αυτό άσμα με τα συμβολικά λόγια το βρίσκουμε γραμμένο σε χειρόγραφες συλλογές τραγουδιών, που έγιναν τον 19οναιώνα στο Ληξούρι και πού έτσι πιστοποιείται η «βάση του», δηλαδή ο τόπος που το γέννησε. Μελετώντας αυτή τη θέση, χωρίς συναισθηματισμούς και προκαταλήψεις με σκοπό να εντοπίσω όσο το δυνατόν τη γέννηση και την πορεία του άσματος αυτού, κατέληξα μέσα από πολλούς προβληματισμούς ότι αυτό το τραγούδι, ως μουσικό άκουσμα είναι δημιούργημα του Ληξουριώτικου λαού.

Είναι γνωστό πως ο μεγάλος Ανδρέας Λασκαράτος, κατέγραψε κάποια μικρά άσματα, δίστιχα του Ληξουρίου, με τίτλο στο χειρόγραφό του  «Δημοτικά Τραγούδια Εθνικά Μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία- Επαρχία Πάλης) 1842».Προηγήθηκε μια πρώτη καταγραφή πιθανόν στα 1840-41, η οποία δεν φέρει τίτλο, παραμένει άγνωστη, αλλά περιέχει παρόμοια άσματα με τη δεύτερη, η οποία και εκδόθηκε  έπειτα από εκδοτική επιμέλεια και εισαγωγικά κείμενα από τους : Γιάννη Παπακώστα και Παντελή Μπουκάλα, εκδόσεις ΑΡΓΑ, Μάρτιος 2016.    

Η πρώτη μικρή χειρόγραφη συλλογή(;) φιλοξενείται στο αρχείο μου, (Φάκελος Λασκαράτου)  και μέσα  σε αυτή υπάρχουν άσματα που ήταν επώνυμα  στο στίχο και στην πορεία έγιναν κτήμα λαού, επίσης  αριέττες και άσματα λαϊκά πειρακτικά  που αφορούν επώνυμα ανθρώπους και καταστάσεις. Σ’ αυτό το μικρό φυλλάδιο βρίσκουμε και το «ρόδο» και μάλιστα ολοκληρωμένο στη συνέχεια των στίχων του.

Φαίνεται πως, ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής που έγραψε  «το ρόδο» με  υπέροχο συμβολικό τρόπο, θα είχε  ως κίνητρο κάποια περίπτωση απογοήτευσης ή πόνου. Μάλλον απογοήτευση από τη μίζερη ζωή και τους κόπους για επιβίωση.

Επίσης, το άσμα αυτό το συναντάμε σε μια μουσική έκδοση με 12 τραγούδια, που έκανε ο μουσικοσυνθέτης  Κερκυραίος, Σπυρίδων Ξύνδας, και που τη χάρισε προσωπικά στον τότε Βασιλιά  Όθωνα. Τη συλλογή κληρονόμησε ο ανιψιός του Όθωνα, Λουδοβίκος  Β΄,  της Βαυαρίας και αυτός με τη σειρά του το 1879 τη δώρισε στη Βιβλιοθήκη του κράτους του. Αργότερα  η συλλογή αυτή βρέθηκε  το 1977 στο Μόναχο, στη Μουσική Συλλογή της περίφημης  κρατικής βιβλιοθήκης της Βαυαρίας.

Οι άξιοι συνθέτες αντλούσαν τις μελωδίες του λαού και της διαμόρφωναν σύμφωνα με τους μουσικούς κανόνες. Έτσι, αμφότερα και από τις δύο πλευρές, λαού και επώνυμων δημιουργών, αναπτύχθηκαν αλληλεπιδράσεις, που πάνω σε αυτές διαμορφώθηκε η παράδοση και ο λαϊκός πολιτισμός. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι τα παλιά χρόνια ήταν σύνηθες κάποιοι  που γνώριζαν μουσική γραφή να γράφουν στο πεντάγραμμο κάποια τραγούδια του λαού και να τα υιοθετούν ως δικά του βάζοντας το όνομά τους.

Τέτοια παραδείγματα έχουμε πολλά και το θέμα χρήζει ολόκληρης διατριβής. Ενδεικτικά πάνω σε αυτό το θέμα αναφέρω ότι υπάρχουν τραγούδια τα οποία φέρονται μελοποιημένα με την ίδια μουσική από δύο συνθέτες της ίδιας εποχής, Το θέμα δυσχεραίνει περισσότερο για το μελετητή, όταν οι συνθέσεις αυτές βρίσκονται τυπωμένες από κάποιο παλιό  εκδοτικό μουσικό οίκο. Φαίνεται, ότι το όλο θέμα παλιά ήταν συνηθισμένο και ο καθένας υιοθετούσε ότι κατέγραφε ή έβρισκε «αδέσποτο».

Σε κανένα από τα άσματα  που υπάρχουν στη συγκεκριμένη συλλογή του Ξύνδα και που την είχε κάνει δώρο στον Όθωνα,  δεν αναφέρεται ο ποιητής ή στιχουργός τους και δίνει την εντύπωση ότι  πρόκειται για λαϊκή ποίηση. Εξαίρεση αποτελούν τα τραγούδια «Η Αυγούλα που’ νάναι» και «Τα δυο αδέλφια» που είναι γνωστό ότι πρόκειται για Σολωμική ποίηση. Έχουν ειπωθεί πολλά για την περίπτωση των στίχων  αυτών των τραγουδιών και ακόμη, πώς, μπορεί κάποιοι  στίχοι να είναι του ίδιου του Ξύνδα. 

Μέσα στη συλλογή αυτή υπάρχει και το τραγούδι «Σαν το ρόδο» με τον  ανορθόγραφο τίτλο «Σαν ρόδο που βγένει». Το ποιητικό μέρος έχει λάθη ορθογραφικά, αλλά διατηρεί τη γραφή και το γραμματικό τύπο της επτανησιακής διαλέκτου. Δηλαδή το «τζι». Συγκρίνοντας το κείμενο της γραφής του Ξύνδα με αυτό του Ληξουρίου υπάρχουν ομοιότητες και τα δύο διατηρούν επίσης ολόκληρο το ποίημα.

Είναι αναγκαίο να ειπωθεί πως κάποιοι Κεφαλονίτες και άλλοι Επτανήσιοι μαθήτευσαν κοντά στον Ξύνδα και ίσως να μετέφεραν το τραγούδι αυτό στον τόπο τους αργότερα. Όμως τίθεται το ερώτημα, γιατί δεν σώθηκαν από αυτά που πιθανών να μετέφεραν  οι μαθητές του  στα μέρη τους κι άλλα άσματα του Ξύνδα;  Μήπως συνέβη και το αντίθετο, δηλαδή κάποιος από τους μαθητές του να το έκανε γνωστό στον Ξύνδα και αυτός με τη σειρά του να το πέρασε, αφού το κατέγραψε στη συλλογή που χάρισε στον Όθωνα; Φαίνεται δε, πως, όπως και να έχει το πράγμα της μεταφοράς και της δημιουργίας του τραγουδιού αυτού, να εμπλέκεται ο επίσης μουσικός  και συνθέτης, μαθητής του Ξύνδα στην κιθάρα, αδελφός του μεγάλου τροβαδούρου Τζώρτζη  Δελλαπόρτα, Νικόλαος. Αυτός έζησε μαζί με τον Ξύνδα , μαθήτευσε μαζί του,  αλλά δεν έχουμε κάποιες πληροφορίες που να πιστοποιούν την περίπτωση της μεταφοράς «του ρόδου».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει  η περίπτωση της Ανθολογίας του 1865, του Αθανάσιου Χριστόπουλου, όπου σ’ αυτήν υπάρχει το ποίημα  με τον τίτλο «Στεναγμός»και μας πληροφορεί πως το άσμα  είναι «αδέσποτο»,δηλαδή δεν ξέρουμε τον δημιουργό του. Ο Χριστόπουλος είναι προσεγμένος σε κάθε του δημοσιευμένο άσμα, τιτλοφορώντας το, αν είναι επώνυμου ποιητή ή αδέσποτο, όπως γράφει.  Βλ.  «Ανθολογία, ήτοι συλλογή ασμάτων ηρωϊκών, κλέπτικων και ερωτικών μετά των λυρικών και βακχικών του Αθαν. Χριστοπούλου, Αθήνησι, 1865»,

Το  άσμα «Το ρόδο» το τραγουδούσαν από πολύ παλιά στο Ληξούρι, καθώς και στην περιοχή της  Θηνιάς, λόγω που είχε σχέση εμπορικής επικοινωνίας με την υπόλοιπη Παλική. Απεναντίας, δε το βρίσκουμε στις μουσικές ηχητικές παλιές καταγραφές στο υπόλοιπο νησί. Την παλιά εποχή οι αριετταδόροι και κανταδόροι του Ληξουρίου, έλεγαν και την πονεμένη τρίτη στροφή, αλλά επειδή μιλούσε για τη χαμένη νεότητα και τον τάφο, συχνά την απόφευγαν και έτσι επικράτησε το τραγούδι αυτό, μόνο στα δυο του πρώτα τετράστιχα. Έχουν σωθεί πολλές παλιές ηχογραφήσεις του, από την περιοχή του Ληξουρίου και της Θηνιάς και όλες μαρτυρούν το πάθος με το οποίο το τραγουδούσαν οι  ωδικοί εκτελεστές του.

Σήμερα το άσμα αυτό τραγουδιέται στην Κεφαλονιά και είναι ιδιαίτερα αγαπητό. Το 1997 εκδόθηκε πρώτη φορά σε δίσκο που κυκλοφόρησε ο πρώην Δήμος Παλικής. Πρόκειται για αυθεντική ηχογράφηση από το ωδικό συγκρότημα του Αθανασίου Σταθάτου σε ταβέρνα του Ληξουρίου. (Αναζητήστε το CD, «Η αριέττα και η καντάδα στο Ληξούρι», επιμέλεια, σχόλια και υλικό Γεράσιμου Σωτ,. Γαλανός, Ληξούρι 1997).