
Μέρες που είναι, θα έπρεπε τα εθνικά θέματα να μας ενώνουν και όχι να μας χωρίζουν. Και ο πρωθυπουργός οφείλει να καθησυχάζει όσους δείχνουν ενδιαφέρον για αυτά και όχι να τους αποκαλεί “πατριώτες της φακής”, η να δηλώνει ότι οι απόψεις του πρώην πρωθυπουργού, κυρίου Σαμαρά, ταυτίζονται με αυτές του Ερντογάν, όπως στην περίπτωση της συμφωνίας της χώρας μας με τις πετρελαϊκές εταιρίες.
Προσωπικά, δεν γνωρίζω από διεθνείς εμπορικές διακρατικές συμφωνίες, έχω όμως την εντύπωση ότι οι εμπορικές συμφωνίες δεν μπορούν να αποτελέσουν De Facto αναγνώριση ή μη εθνικής κυριαρχίας. Όταν όμως κάνεις μια συμφωνία και παραδέχεσαι ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν σου ανήκει αυτό που σήμερα ενοικιάζεις στον αντισυμβαλλόμενό σου, σίγουρα εμμέσως παραδέχεσαι ότι ανήκει σε κάποιον άλλον. Και αυτό ακριβώς επεσήμανε ο κύριος Σαμαράς. Προς τι, λοιπόν, η εχθρική επίθεση του κυρίου Μητσοτάκη προς τον πρώην πρωθυπουργό; Εξάλλου, ο πρωθυπουργός έπρεπε, αν όχι να είναι ευγνώμων προς τον κύριο Σαμαρά, να είναι τουλάχιστον ευγενής απέναντί του. Ο κύριος Σαμαράς και υπουργό της κυβέρνησής του τον διόρισε και αγωνίστηκε για να τον κάνει πρόεδρο της ΝΔ.
Τελικά αποδεικνύεται ότι ζούμε στη χώρα του απόλυτου παραλόγου και της υποκρισίας. Έτσι, κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι τέσσερεις πολίτες που καταδικάστηκαν σε 126 χρόνια φυλάκιση, αποφάσισαν μέσω του predator να παρακολουθούν το μισό υπουργικό συμβούλιο, τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων, δημοσιογράφους, αρχηγούς ενόπλων δυνάμεων και δεν ξέρω ποιους άλλους και το έκαναν για να περνάει η ώρα τους… Και βέβαια το πρόβλημα, για μένα, δεν είναι τόσο οι κυβερνητικές παρακολουθήσεις των τηλεφώνων, όσο η αδιανόητα παθητική στάση του λαού, όχι μόνο απέναντι στο σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και στη σωρεία των άλλων σκανδάλων που συντελούνται στη χώρα. (Ο μιθριδατισμός στο αποκορύφωμά του)!
Η μόνη λύση για να πάει η χώρα κάπως μπροστά και να σταματήσει η ανέλεγκτη διακυβέρνησή της και ο χορός των σκανδάλων, είναι να αποκτήσουμε κυβέρνηση συνεργασιών. (Αυτό ίσως αποτελέσει και ένα καλό παράδειγμα για τις μικρές ελληνικές εταιρίες ώστε να συγχωνεύονται για να μπορούν να γίνονται ανταγωνιστικές).
Σίγουρα ο πόλεμος έχει επισκιάσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Όσο όμως αυτά “κουκουλώνονται”, τόσο περισσότερο δυναμώνουν. Όταν οι πολίτες φωνάζουν ότι η ακρίβεια τους πνίγει και ότι ζουν σε παγωμένα σπίτια, καθώς η ενέργεια είναι πανάκριβη, ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να υπερηφανεύεται ότι η ενέργεια στην Ελλάδα είναι 22% φθηνότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, γιατί αυτό δεν έχει καμία ουσιαστική σημασία και άλλη είναι η πραγματικότητα.
Στη Γερμανία π.χ. η ενέργεια, στατιστικά, είναι με διαφορά η ακριβότερη στην Ευρώπη. Αν όμως λάβουμε υπόψη μας την αγοραστική δύναμη του Έλληνα και του Γερμανού, ο Έλληνας χρειάζεται το 20% του μισθού του για ενέργεια, ενώ ο Γερμανός μόνο το 9%! Σε ποιους λοιπόν απευθύνεται ο πρωθυπουργός; Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και τη σωρεία των άλλων επιβαρύνσεων που μας επιβάλλονται στον λογαριασμό της ενέργειας, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Πέρυσι οι Έλληνες καταναλωτές πλήρωσαν τις ΑΠΕ γύρω στα 300 εκατομμύρια ευρώ ενώ στη Γερμανία τις ΑΠΕ της πληρώνει το γερμανικό κράτος και όχι ο ταλαίπωρος καταναλωτής. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι ο κύριος Παπασταύρου μας διαβεβαιώνει ότι το μείγμα των πηγών ενέργειας της χώρας είναι τόσο καλά διαφοροποιη-μένο, ώστε έχουμε και υπερεπάρκεια ενέργειας την οποία και εξάγουμε, όπως πολύ σωστά μάλιστα δήλωσε και ο κύριος Κωστής Χατζηδάκης.
Με τέτοια ενεργειακή υπερεπάρκεια λοιπόν, γιατί οι ελληνικές βιομηχανίες και βιοτεχνίες πληρώνουν το υψηλότερο κόστος ενέργειας στην Ευρώπη; Ποια σοβαρή βιομηχανία θα επενδύσει σε μία χώρα που ξεκινάει με αρνητική ανταγωνιστική δυνατότητα, και που οι γραφειοκρατικές διαδικασίες αδειοδότησης ίσως χρειαστούν χρόνια; Και πώς θα μεταφέρει τα προϊόντα της στην κεντρική Eυρώπη, αφού η χώρα μας είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που ουσιαστικά δεν έχει σιδηροδρομικό δίκτυο;
Το αστείο μάλιστα είναι ότι ενώ είμαστε απομονωμένοι, και με τους χείριστους γείτονες, βαυκαλιζόμαστε ότι η Ελλάδα είναι το καλύτερο ευρωπαϊκό οικόπεδο. Σκεφτείτε τα χάλια μας αν η Ελλάδα ήταν το χειρότερο ευρωπαϊκό οικόπεδο! Το “καλύτερο οικόπεδο” φυσικά, αναφέρεται στον τουρισμό, η απόδοση του οποίου εδώ και χρόνια έχει φθάσει σε diminishing return. Και η κυβέρνηση ακόμη δεν το έχει αντιληφθεί. Έτσι συνεχίζει να χρηματοδοτεί τριτοκοσμικά καταλύματα, τα οποία προσελκύουν και τους αντίστοιχους τουρίστες, ενώ θα έπρεπε να επενδύουμε στις εταιρίες που παράγουν, αφού ο επενδυτικός πολλαπλασιαστής της παραγωγής είναι τρεις φορές υψηλότερος από τον αντίστοιχο τουριστικό.
Σημείωση
Θα πω κάτι που το έχω πει ξανά και ξανά. Το 2001 η Ελλάδα είχε 14,4 εκατομμύρια τουρίστες και 11 δισ. τουριστικά έσοδα. Αν λάβει κανείς τον πληθωρισμό από το 2001 έως σήμερα που είναι 82%, τα τουριστικά έσοδα του 2001 ισοδυναμούν με 20,2 δισ. ευρώ ή 1.402 ευρώ ανά τουρίστα. Πέρυσι είχαμε 42.7 εκατομμύρια τουρίστες και 21,6 δισ. έσοδα. Δηλαδή, κάθε τουρί-στας μας άφησε 505 ευρώ, τη μιζέρια του και τα απόβλητα του. Και εμείς; Ζούμε με τουριστική μας αυταπάτη!
* Ο Παύλος Παπαδάτος είναι Επικοινωνιολόγος – Οικονομολόγος
