Π. Σταθάτος: Ποιος Οδυσσέας επιστρέφει τελικά στην Ιθάκη;
Κινηματογράφος
12/08/2026 | 11:15

Γράφει ο Πάνος Σταθάτος

Οι προβολείς στρέφονται, δικαιολογημένα, στην πολυσυζητημένη, ίσως για λάθος λόγους, ταινία του Christopher Nolan, που κυκλοφόρησε στην καρδιά του καλοκαιριού, την «Οδύσσεια».

Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX, με σκηνοθετική πρόθεση και προτεραιότητα την κλίμακα του τοπίου και της θάλασσας. Ο άνθρωπος παραμένει το επίκεντρο, αλλά η θέση του στο χώρο επαναπροσδιορίζεται. Η έμφαση στη πραγματική διάσταση του χώρου αντανακλά τον τρόπο που ο σκηνοθέτης διάβασε και φαντάστηκε την Οδύσσεια του Ομήρου: Ένα έπος όπου η ανθρώπινη κλίμακα είναι μικρή μπροστά στην ιστορία, στα όσα γεννάει ο ανθρώπινος νους και αποτυπώνονται στη φύση και στο άγνωστο.

Ο αρχαίος τόπος πηγάζει με όλη του την υλικότητα και τη σωματικότητα για έναν ακόμη λόγο, για το ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε και έδωσε περισσότερο αυξημένη εστίαση στο πραγματικό τοπίο έναντι του ψηφιακού. Για τα γυρίσματα της ταινίας ταξίδεψε σε πραγματικές τοποθεσίες σε Ελλάδα, Ιταλία, Μαρόκο, Ισλανδία και Σκωτία. Η IMAX κάμερα, η υλικότητα ενός πραγματικά κατασκευασμένου Δούρειου Ίππου, η άμμος και η φωτιά, η βαριά και τραχιά ενδυμασία (που δεν ανταποκρίνεται στην αρχαιολογική αναπαράσταση της μυκηναϊκής εποχής, αλλά ωστόσο φαίνεται πειστική μέσα στην φθορά της), το εκτεταμένο φυσικό σκηνικό της Τροίας στο Μαρόκο, όλα προδίδουν τη γνωστή κινηματογραφική ματιά του Nolan, που όμως δένει εξαιρετικά στην περιγραφική αποτύπωση του ομηρικού έπους.

Όλες οι ταινίες του Nolan έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο και τη μη γραμμική αφήγηση. Ο χρόνος κυλά αντίστροφα στο Memento, ενώ στο Interstellar διαστέλλεται. Ο χρόνος στην Οδύσσεια διαφέρει μέσα στην υποκειμενικότητα. Είναι εκείνος του Οδυσσέα που περιπλανιέται, της Πηνελόπης που περιμένει βασανιστικά και του Τηλέμαχου που ενηλικιώνεται δίχως πατέρα.
Στις ταινίες του βρίσκεται πάντα ο κεντρικός ήρωας, εξαιρετικά ικανός αλλά ψυχικά ασταθής, που προσπαθεί να επιβάλλει λογική και τάξη σε ένα κόσμο που του διαφεύγει, που του ξεγλιστρά μια πραγματικότητα που κάνει ακόμη και τον θεατή θύμα της.

Συναισθήματα μνήμης, απώλειας, τραύματος, ενοχών, ταυτότητας και ηθικής, αποτελούν σταθερά στοιχεία του φιλοσοφικού πυρήνα της σκέψης του σκηνοθέτη και σε αυτό δεν μπορούσε να λείψει το ομηρικό έπος, ως βεβαίως ένα τεράστιο υλικό πάνω στο οποίο μπόρεσε να εφαρμόσει τις υπαρξιακές εμμονές του. Η Οδύσσεια του Ομήρου καταφέρνει, έπειτα από τόσους αιώνες, να απευθύνεται στο εδώ και τώρα της κάθε εποχής και να παρέχει ευρύτητα υλικού στις σύγχρονες αναζητήσεις για την ταυτότητα και τη θέση του υποκειμένου στο κόσμο. Ο σκηνοθέτης αναμφίβολα διάβασε τον Όμηρο, εντρύφησε και ενέσκηψε πάνω στο ομηρικό έπος, όμως δεν είχε καμία πρόθεση να το εικονογραφήσει και να το μεταφέρει αυτούσιο στην οθόνη, αλλά να αποδώσει τη δική του ξεχωριστή «νολανική» ερμηνευτική εκδοχή. Δεν μεταφέρει τόσο τον Όμηρο στη δική μας εποχή, περισσότερο ανακαλύπτει μέσα στον Όμηρο όσα εξακολουθούν να ανήκουν και στη δική μας.

Η φράση «ἄνδρα… πολύτροπον» είναι ο πρώτος στίχος από την Οδύσσεια του Ομήρου («Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον…» – Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδησέ μου). Σημαίνει τον πολυμήχανο, τον ευέλικτο και πολυταξιδεμένο άντρα, και αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του Οδυσσέα. Στο σημείο αυτό αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η προσωπική του σκηνοθετική εκδοχή, στον Οδυσσέα ως άνθρωπο. Ο ομηρικός Οδυσσέας είναι ταυτόχρονα βασιλιάς, πολεμιστής, πατέρας, σύζυγος, πανούργος, άνθρωπος που κλαίει, άνθρωπος που σκοτώνει και άνθρωπος που επινοεί συνεχώς διαφορετικές ταυτότητες. Ο Nolan παίρνει αυτή την πολυτροπία και τη διαβάζει μέσα από μια πολύ σύγχρονη προβληματική: τι απομένει από έναν άνθρωπο ύστερα από έναν τεράστιο πόλεμο;

Έτσι ο νόστος αποκτά διαφορετικό βάρος. Δεν είναι απλώς «πρέπει να φτάσω στην Ιθάκη». Είναι περισσότερο «μπορώ πράγματι να επιστρέψω σε αυτό που ήμουν πριν φύγω;». Και αυτό είναι βαθιά σύγχρονο. Ο άνθρωπος επιστρέφει γεωγραφικά, αλλά ο χρόνος δεν επιστρέφει. Η Πηνελόπη έχει ζήσει είκοσι χρόνια χωρίς αυτόν, ο Τηλέμαχος έχει γίνει άνδρας χωρίς πατέρα και ο ίδιος ο Οδυσσέας έχει περάσει από Τροία, θάνατο, απώλειες, ενοχές, φόβο και βία. Η Ιθάκη υπάρχει ακόμη, αλλά ο άνθρωπος που την εγκατέλειψε δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο.

Βλέποντας την ταινία αξίζει να εστιάσουμε σε τρία σημεία που την κάνουν μοναδικά σύγχρονη.

Το πρώτο σημείο είναι η σχέση του ήρωα με την νύμφη Καλυψώ. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια μαζί της στο νησί της Ωγυγίας, όπου τρώει το άνθος του λωτού που του προσφέρει (σε αντίθεση με το ομηρικό έπος, όπου ο λωτός συνδέεται με τους Λωτοφάγους).Η Καλυψώ (αυτή που καλύπτει) αποτελεί μια σύγχρονη μορφή ψυχοθεραπευτικής απομόνωσης. Ο Οδυσσέας έφτασε σε αυτή έχοντας χάσει τα πάντα, αναζητώντας ένα χώρο εκτός πραγματικότητας, ασφαλή και προστατευμένο. Ένα καταφύγιο όπου μπόρεσε να θέσει σε καταστολή το μεταπολεμικό του τραύμα.

Το δεύτερο σημείο είναι ο Αγαμέμνονας, που δεν λειτουργεί στην ταινία του Nolan απλώς ως Μυκηναίος βασιλιάς. Η σκηνή με την είσοδό του στην Τροία αποτελεί ύψιστη καλλιτεχνική αποτύπωση του θεάματος της τελετουργίας της εξουσίας και της δύναμης που μεταφέρει. Εδώ ο Nolan περιγράφοντας το απρόσωπο της επιβλητικότητας της δύναμης που εξουσιάζει (και στη σημερινή μας εποχή) καταφέρνει να ασκήσει στο έπακρο την καλλιτεχνική του κριτική, απέναντι σε ότι οι άνθρωποι θεωρούν ιερό: την Εξουσία. Και γιαυτό η επιστροφή του Αγαμέμνονά λειτουργεί τόσο δυνατά ως αντίστιξη. Το σώμα απογυμνώνεται, ο μανδύας της εξουσίας πέφτει, και το απολύτως ευάλωτο που έκρυβε δολοφονείται ακαριαία!

Το τρίτο και τελευταίο σημείο είναι η σχέση του Οδυσσέα, όχι με κάποιον διάσημο ήρωα ή βασιλιά, αλλά με τον φτωχό στρατιώτη Σίνωνα. Στη νολανική εκδοχή, ο πλούσιος Αντίνοος τραβά τον κλήρο για να πάει στον Τρωικό Πόλεμο, αλλά φοβάται και συμφωνεί με τον φτωχό Σίνωνα να πάει εκείνος στη θέση του, με αντάλλαγμα η οικογένεια του Αντίνοου να συντηρεί τον φτωχό πατέρα του Σίνωνα. Ο Οδυσσέας όταν συνάντησε στον Άδη τον φτωχό Σίνωνα που πέθανε, έρχεται αντιμέτωπος με την επιλογές του που νομιμοποίησαν την αδικία. Ο Άδης μετατρέπεται σε ένα είδος δικαστηρίου συνείδησης και ο Οδυσσέας αντιλαμβάνεται το μέγεθος της αδικίας που διέπραξε, κάνοντας το μεταπολεμικό του τραύμα ακόμη μεγαλύτερο.

Καλυψώ, Αγαμέμνονας και Σίνων συνθέτουν τρεις όψεις της ίδιας σύγχρονης ανάγνωσης: το τραύμα του ανθρώπου, την ψευδαίσθηση της δύναμης της εξουσίας και την ευθύνη απέναντι στον αδύναμο.

Και κάπου εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της «Οδύσσειας» του Nolan. Δεν μας ρωτά απλώς αν ο Οδυσσέας θα καταφέρει να επιστρέψει στην Ιθάκη. Αυτό το γνωρίζουμε εδώ και σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια. Μας θέτει ένα δυσκολότερο ερώτημα: ποιος άνθρωπος είναι αυτός που τελικά επιστρέφει μετά το όργιο του πολέμου;

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ