Ενημέρωση απο το ΚΕΣΥ Κεφαλονιάς
Οριοθέτηση: Τιμωρία ή Λογικές Συνέπειες;
23/01/2020 | 09:58

«Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση! Νιώθω ότι δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την συμπεριφορά του Νικόλα. Του κάνω συνέχεια παρατηρήσεις και καταλήγουμε να τσακωνόμαστε, κάθε μέρα για τα ίδια πράγματα. Είναι προκλητικός και με το παραμικρό θυμώνει και γίνεται εκδικητικός. Δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του! Δεν αναγνωρίζει τα λάθη του και κατηγορεί τους άλλους για τα δικά του σφάλματα. Κι εγώ φτάνω σε σημείο να χάνω την υπομονή μου και να του φωνάζω. Όλο αυτό με έχει καταβάλει και πλέον αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να το διαχειριστώ!»

Αν κάποια από τα παραπάνω λόγια του γονέα που μιλάει για το παιδί του σας φαίνονται οικεία και εκφράζουν κάποιες φορές και τη δική σας οικογένεια δεν είστε οι μόνοι. Αυτά είναι κάποια από τα σημάδια που μας δείχνουν ότι χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό τρόπο οριοθέτησης. Όμως τι είναι οριοθέτηση και γιατί είναι σημαντική για την ανάπτυξη του παιδιού μας σε όλους τους τομείς;

Για να αναπτυχθεί το παιδί μας σε υγιείς ψυχοσωματικές βάσεις, πέρα από την αγάπη και τη στοργή μας, χρειάζεται να βάλουμε κάποια όρια, δηλαδή ένα πρόγραμμα όχι μόνο στις δραστηριότητές του αλλά κυρίως πειθαρχία και κανόνες στη συμπεριφορά του. Τα όρια προστατεύουν το παιδί από φυσικούς κινδύνους και το βοηθούν να βάλει σε μία τάξη τον περιβάλλοντα κόσμο για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι εκλαμβάνονται και από το ίδιο το παιδί ως ένδειξη ενδιαφέροντος και αγάπης από μέρους των γονέων. Το παιδί χωρίς όρια νιώθει αγχωμένο, αποθαρρυμένο, άτολμο. Η ανασφάλεια αυτή συχνά οδηγεί σε ήπια προβλήματα στη συμπεριφορά. Τότε θα έχουμε ένα παιδί χειριστικό ή όπως συνήθως λένε οι γονείς ένα απαιτητικό παιδί ή κακομαθημένο. Αντίθετα, το παιδί που μεγαλώνει σε ένα σταθερό περιβάλλον, με ξεκάθαρα και σαφή όρια στη συμπεριφορά του έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες όχι μόνο να έχει καλή σχολική επίδοση, αλλά και καλές κοινωνικές δεξιότητες. Μπορεί να είναι υπεύθυνο και να επιλύει προβλήματα, να διεκδικεί τα δικαιώματα του και να προστατεύει τον εαυτό του, να ξέρει τι νιώθει και τι θέλει και να μπορεί να το εκφράσει. Δηλαδή, ένα παιδί σωστά οριοθετημένο ξέρει ακριβώς πώς να ζητήσει αυτό που θέλει, έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει και να καταφέρει αυτό που ζητάει, είναι σε θέση να διαχειριστεί τη ματαίωση μιας αποτυχίας και σίγουρα αναγνωρίζει τη συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στην προσπάθεια και την επίτευξη ενός στόχου. Η διαδικασία της ματαίωσης και της επανεκκίνησης προς τον επιθυμητό στόχο, γεμίζει το παιδί με αυτοπεποίθηση, ικανοποίηση και χαρά. Ας δούμε λοιπόν γιατί είναι σημαντικό να ξεκινήσετε την οριοθέτηση από νωρίς. Ποιος είναι ο ιδανικότερος τρόπος να θέτουμε όρια στα παιδιά μας;

Νέα γονική στάση

Αρχικά, πρέπει να υιοθετήσουμε γενικότερα μια νέα στάση ως γονείς απέναντι στο παιδί μας, μια περισσότερο υπεύθυνη στάση. Οι γονείς για να πετύχουν το στόχο τους, χρειάζεται να είναι πλήρως συνειδητοποιημένοι για το ρόλο και την ευθύνη τους. Η υπομονή είναι μια δεξιότητα που κάθε γονιός οφείλει να καλλιεργήσει. Το οφείλει στον εαυτό του αλλά και στα παιδιά του. Ανυπομονούμε τα παιδιά μας να συμμορφωθούν άμεσα και να κάνουν εδώ και τώρα αυτό που τους ζητάμε. Αν θεωρήσουμε δεδομένη την αντίδραση του παιδιού αλλά και το δικαίωμα του να αντιδράει, επιβάλλεται να του δώσουμε χρόνο να μάθει, να πειραματιστεί, να αντιδράσει και να επιλέξει. Όσο περισσότερο σταθεροί, ήρεμοι και λογικοί είμαστε εμείς οι ίδιο τόσο επιταχύνουμε την διαδικασία εκμάθησης κανόνων και κοινωνικά αποδεκτών συμπεριφορών στα παιδιά μας.

Είναι σημαντικό για το παιδί να αισθάνεται την αποδοχή μας και όχι την ψυχολογική απόρριψη. Πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι ένα παιδί γεννιέται ουδέτερο και καλοπροαίρετο και όταν εκφράζει μια συμπεριφορά που δεν είναι αποδεκτή (π.χ. θέλει να δει παραπάνω τηλεόραση γιατί του αρέσει το παιδικό πρόγραμμα που παρακολουθεί ή θέλει να φάει και δεύτερο παγωτό) το κάνει όχι γιατί είναι «κακομαθημένο», αλλά γιατί εκφράζει μια επιθυμία που πρέπει εμείς ως γονείς να εξηγήσουμε γιατί δεν είναι αποδεκτή και να την οριοθετήσουμε. Επομένως, πρέπει να κρίνουμε την αρνητική συμπεριφορά ή την λάθος συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας ακολουθεί η αρνητική συνέπεια και όχι το ίδιο το παιδί. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούμε φράσεις όπως «ήταν λάθος η συμπεριφορά σου» και αποφεύγουμε να χαρακτηρίζουμε την προσωπικότητα του παιδιού, όπως «είσαι κακό παιδί», διότι υπάρχει κίνδυνος το παιδί εσωτερικεύοντας την ετικέτα, να συμπεριφέρεται όντως ως κακό παιδί, επιβεβαιώνοντας στην ουσία τη διατυπωμένη σκέψη των γονέων. Τέλος, ο γονιός που έχει υπεύθυνη στάση ασκεί συναισθηματική αγωγή και δεν χαρακτηρίζεται η στάση του από υπερπροστασία ή αδιαφορία. Αποδέχεται δηλαδή όλα τα συναισθήματα του παιδιού του αλλά όχι όλες τις συμπεριφορές. Αντιμετωπίζει την αρνητική συμπεριφορά του παιδιού και το μαθαίνει πώς να χειρίζεται τα συναισθήματά του και να λύνει συγκρούσεις και προβλήματα.

Επιπλέον, η συνέπεια και η σταθερότητα είναι αρετές που πρέπει να μας χαρακτηρίζουν ως γονείς. Δηλαδή, οι γονείς οφείλουν να παραμένουν σταθεροί τόσο ως προς αυτό που υποστηρίζουν, όσο και ως προς τις προβλεπόμενες συνέπειες που ακολουθούν την παραβίαση του εκάστοτε κανόνα. Όταν δεν επιτρέπουμε στο παιδί μας κάτι, θα πρέπει αυτή η απαγόρευση να ισχύει πάντα δεδομένων των ίδιων συνθηκών. Το λάθος που κάνουμε συχνά είναι ότι θέτουμε όρια κατά βούληση, χωρίς αυτά να έχουν σταθερότητα στο χρόνο. Η σταθερότητα στην επιβολή των ορίων βοηθάει το παιδί να διαμορφώσει αλλά και να εσωτερικεύσει τους κανόνες (π.χ. «Τρώμε μόνο 3 παγωτά την εβδομάδα»). Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορεί να υπάρξουν και εξαιρέσεις στον κανόνα, αρκεί να δικαιολογηθούν ξεκάθαρα από τον γονέα (π.χ. «Επειδή σήμερα είναι τα γενέθλιά σου και είναι ξεχωριστή μέρα μπορείς να φας ένα επιπλέον παγωτό»). Επιπρόσθετα, πρέπει να υπάρχει και συνέχεια. Δηλαδή, τα όρια πρέπει να επαναπροσδιορίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ακολουθώντας την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού αλλά και τις αλλαγές του κοινωνικού περιβάλλοντος. Είναι απαραίτητη η συνεχής επαγρύπνηση των γονέων, ώστε να παρατηρούν τυχόν αλλαγές και να κρίνουν σε ποιους από τους τομείς της ζωής του παιδιού είναι σημαντική η οριοθέτηση.

Ωστόσο, τα όρια πρέπει να είναι λογικά και να μην υπάρχει υποχωρητικότητα αλλά ούτε και αυταρχισμός. Από τη μια η αυταρχική συμπεριφορά εκ μέρους των γονέων μπορεί να παράγει ένα πειθαρχημένο παιδί, αλλά θα εκμηδενίσει την ικανότητά του να παίρνει πρωτοβουλίες στη ζωή του, ενώ αντίθετα η υπερβολική ανεκτικότητα δεν είναι η καταλληλότερη επιλογή καθώς δημιουργούμε ένα παιδί – τύραννο που πρέπει να υπηρετούμε.  Επειδή μέσα στην μέρα ένα παιδί μπορεί να απαιτήσει πολλά διαφορετικά πράγματα θα πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα να θέσουμε όρια εκεί που πραγματικά χρειάζεται και να εξηγήσουμε στο παιδί το λόγο για τον οποίο του απαγορεύουμε κάτι. Οι εξηγήσεις μας θα πρέπει να διέπονται από λογική γιατί τα παιδιά θα αντιδράσουν διπλά σε κάτι που θεωρούν παράλογο ή σε κάτι που τους ζητείται χωρίς καμία εξήγηση.

Νέος τρόπος επικοινωνίας

Για να θέσουμε όρια στο παιδί μας εκτός από την υιοθέτηση νέας γονικής στάσης πρέπει να προχωρήσουμε και στην υιοθέτηση νέου τρόπου επικοινωνίας με το παιδί μας. Αρχικά, πρέπει να εκπέμπουμε ξεκάθαρο μήνυμα. Πιο συγκεκριμένα, προσπαθούμε να υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στα λόγια μας και στη γλώσσα του σώματος μας (ύφος, τόνος, βλέμμα). Τα παιδιά ερμηνεύουν αυτά που τους λέμε όχι μόνο βάσει του λεξιλογίου που χρησιμοποιούμε αλλά και βάσει των μη λεκτικών στοιχείων που πλαισιώνουν το λόγο μας. Επίσης, κάθε κανόνας οφείλει να είναι διατυπωμένος με σαφή τρόπο. Η γκρίνια και οι φωνές δεν έχουν καμία θέση στη διαδικασία της οριοθέτησης. Ο γονέας μιλώντας στο παιδί με θετική και ήρεμη φωνή, αλλά συγχρόνως, σταθερή και αποφασιστική, ανακοινώνει τους κανόνες και τις συνέπειες αυτών (ώστε να καθίσταται κατανοητό στο παιδί, ότι οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια θα είναι αποτέλεσμα δικής του επιλογής και συμπεριφοράς), μία, το πολύ δύο φορές, αποφεύγοντας τις συνεχείς επαναλήψεις. Για παράδειγμα, ένα σαφές μήνυμα είναι: «Η τηλεόραση θα ανοίξει αφού τελειώσεις τα μαθήματα σου» και όχι «Η τηλεόραση θα ανοίξει μετά».

Επιπλέον, είναι σημαντικό να αναφερόμαστε στην παρούσα αρνητική συμπεριφορά, χωρίς αναφορές στο παρελθόν («…και την περασμένη φορά τα ίδια έκανες!»), χωρίς προφητείες για το μέλλον («…ποτέ δεν θα αλλάξεις!») και χωρίς γενικεύσεις (πάντα, ποτέ, όλοι, κανένας…). Επιπρόσθετα, το μήνυμα μπορεί να εκφραστεί με θετικό και ήπιο τρόπο αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες για συμμόρφωση ή μειώνοντας τις αντιρρήσεις των παιδιών. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

  • «Προσπάθησε να συγκεντρωθείς!» και όχι «Μην είσαι αφηρημένος!»
  • «Πλένουμε τα χέρια μας για να είναι καθαρά και να μπορούμε να φάμε το γλυκό μας»
  • «Το γλυκό σου είναι εδώ και σε περιμένει να πλύνεις τα χέρια σου»

Είναι σημαντικό για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε με το παιδί μας να χρησιμοποιούμε  ανοιχτές ερωτήσεις και απαντήσεις (τι, πώς…), να αποφεύγουμε αρνητικούς ρόλους (δε διατάζουμε, δεν ηθικολογούμε, δεν «τα ξέρουμε όλα», δεν παρακαλούμε, δεν αλλάζουμε θέμα, δε δωροδοκούμε…), ενώ απαραίτητη είναι η αντανακλαστική ακοή («καθρέφτισμα»). Δηλαδή, πριν βιαστούμε να κρίνουμε, να συμβουλέψουμε, να τιμωρήσουμε το παιδί μας, ας μπούμε πρώτα στον κόσμο του, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε αυτά που λέει, αυτά που νιώθει και αυτά που θέλει να πει το παιδί μας και ύστερα να του πούμε με ενσυναίσθηση αυτό που καταλάβαμε, χωρίς κριτική ή συμβουλές, χωρίς να παίρνουμε θέση και χωρίς να σερβίρουμε έτοιμες λύσεις.

Αυτός ο νέος τρόπος επικοινωνίας με το παιδί μας απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στην αυτοεκτίμηση του παιδιού και στόχο έχει να την ανεβάζει και όχι να την μειώνει. Αυτοεκτίμηση είναι αυτό που σκέφτεται και νιώθει το παιδί για τον εαυτό του, ο τρόπος που συμπεριφέρεται στον εαυτό του. Η αυτοεκτίμησή μας είναι κρίσιμος παράγοντας και για τον τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Ας μη ξεχνάμε λοιπόν πως πίσω από κάθε παιδί με αρνητική συμπεριφορά κρύβεται ένα παιδί με ευάλωτη αυτοεκτίμηση.

Νέος τρόπος αντιμετώπισης της αρνητικής συμπεριφοράς

Αφού διασφαλίσουμε τα παραπάνω, μπορούμε να προχωρήσουμε σε ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης της αρνητικής συμπεριφοράς. Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: Τιμωρία ή λογικές συνέπειες;

Αντί της τιμωρίας, προτείνεται μια άλλη μέθοδος, που αναπτύσσει την υπευθυνότητα στο παιδί, δηλαδή το καθιστά υπεύθυνο για τη συμπεριφορά του, χωρίς να μειώνει την αυτοεκτίμηση του. Η μέθοδος αυτή, που είναι και η κύρια μέθοδος οριοθέτησης και αντιμετώπισης της αρνητικής συμπεριφοράς του παιδιού, είναι οι λογικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, σε ένα θετικό, συναισθηματικό κλίμα, δίνουμε στο παιδί επιλογές για να αποφασίσει, προειδοποιώντας το για τις λογικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν, και το αφήνουμε να υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του για τη συγκεκριμένη μέρα. Την επόμενη φορά, το παιδί έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει εκ νέου. Το παιδί μαθαίνει να γίνεται υπεύθυνο, αφού μαθαίνει να επιλέγει και να δέχεται τη σχέση πράξης και συνέπειας. Η μέθοδος αυτή προϋποθέτει λιγότερα λόγια και περισσότερες πράξεις, θετική πρόθεση και όχι εκδικητικότητα, συνέπεια και σταθερότητα. Οι συνέπειες θα πρέπει να σχετίζονται λογικά με τις πράξεις του παιδιού και κατά την εφαρμογή τους θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και τη μέθοδο του καθρεφτίσματος που αναφέραμε πιο πάνω. Για παράδειγμα: «Μπορείς να έρθεις μέχρι τις 4.00 στο σπίτι, ή μπορείς να αργήσεις…εσύ αποφασίζεις! Αν έρθεις στην ώρα σου, θα μπορείς και αύριο να βγεις να παίξεις με τους φίλουςσου. Αν αργήσεις, σημαίνει ότι διαλέγεις να μην παίξεις αύριο με τους φίλους σου.» Αν το παιδί επιλέξει να αργήσει, το αφήνουμε να υποστεί τις συνέπειες της επιλογής του την επομένη: «Ξέρω ότι θέλεις να πας να παίξεις. Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος μαζί μου, αλλά εσύ το διάλεξες αυτό. Αύριο θα έχεις τη ευκαιρία να επιλέξεις ξανά.»

Επιπλέον, είναι σημαντικό στη θέσπιση ορίων στο παιδί, να αναγνωρίζουμε το συναίσθημα πίσω από την αρνητική του συμπεριφορά, να βοηθάμε το παιδί να το κατονομάσει και να εξηγούμε γιατί ορισμένες συμπεριφορές είναι ανάρμοστες. Στη συνέχεια το καθοδηγούμε, ώστε να βρει πιο κατάλληλους τρόπους να χειριστεί τα συναισθήματά του και να ελέγξει τη συμπεριφορά του.

Τέλος, ακόμα και αν εφαρμοστεί με ευλάβεια ένας χρυσός συνδυασμός όλων των παραπάνω, δεν σημαίνει ότι θα έχουμε την πλήρη συμμόρφωση των παιδιών μας στις προσταγές και τις υποδείξεις μας. Ο ρόλος μας είναι μείνουμε σταθεροί σε αυτό που τους ζητάμε και κυρίως έτοιμοι να αφήσουμε τα παιδιά να βιώσουν τις λογικές συνέπειες των επιλογών τους. Με ηρεμία και θετικές δηλώσεις μπορούμε να ενισχύσουμε την επιθυμητή συμπεριφορά. Θα πρέπει να θυμόμαστε πως τις περισσότερες φορές το παιδί μαθαίνει από αυτό που κάνουμε και όχι από αυτό που του λέμε. Το προσωπικό μας παράδειγμα αποτελεί μοντέλο προς μίμηση για το παιδί. Και βέβαια ας μην είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας καθώς τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά.

Ιανουάριος 2020

Χαρά Καλογηράτου

Φιλόλογος Ειδικής Αγωγής

Κ.Ε.Σ.Υ. Κεφαλληνίας