Κώστας Ευαγγελάτος: Η χρωματική εκφραστική ροή των συνθέσεων του Σπύρου Βικάτου
06/12/2020 | 10:41

Ο Σπύρος Βικάτος γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1878, όπου από παιδί εκδήλωσε το ζωγραφικό του ταλέντο. Το 1893 ήρθε στην Αθήνα. Με την οικονομική  βοήθεια του συμπολίτη του, τότε Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανού (Καλλιγά) σπούδασε ζωγραφική από το 1896 μέχρι το 1898 στο Σχολείο των Τεχνών του Ε. Μ. Πολυτεχνείου κοντά στους Σπυρίδωνα Προσαλέντη και Νικηφόρο Λύτρα καθώς και  γλυπτική με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο. Μετά την αποφοίτηση και τις βραβεύσεις του συνέχισε σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, με υποτροφία της μονής Πετράκη και της Ευφροσύνης Βαλλιάνου, κοντά στον Νικόλαο Γύζη. Μετά ένα εξάμηνο ο Γύζης απεβίωσε και ο Βικάτος ακολούθησε την διδασκαλία του ονομαστού Λούντβιχ φον Λοφτς /Ludwig von Lofftz. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1909 και διορίστηκε καθηγητής στην ΑΣΚΤ της Αθήνας, όπου δίδαξε σκιαγραφία έως το 1939. Μαθητές του υπήρξαν πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες όπως οι Αστεριάδης,  Γουναρόπουλος, Λασκαρίδου, Παπαλουκάς,  Σικελιώτης,  Τσαρούχης κ.ά. Το 1937 συμμετείχε στην κίνηση της καλλιτεχνικής ομάδας του Μονάχου «Οι Ανεξάρτητοι»  και  ήταν ο εμπνευστής θεσμού που με υποτροφία ένας Έλληνας ζωγράφος θα μπορούσε να σπουδάσει για τρία χρόνια στο Μόναχο, ενώ αντίστοιχα ένας Γερμανός γλύπτης για ένα χρόνο στην Αθήνα. Ο Βικάτος είχε στο ενεργητικό του συμμετοχές σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός συνόρων. Από αυτές ξεχωρίζουν οι συμμετοχές στις διεθνείς εκθέσεις του Μπορντώ (1907) που έλαβε χρυσό μετάλλιο, της Ρώμης (1911)  του Παρισιού (1937) καθώς και αυτές στην Μπιενάλε της Βενετίας τις χρονιές 1934 και 1936.

Το 1937 έλαβε από την Ακαδημία Αθηνών το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1951 εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου. Πέθανε σε ηλικία 82 ετών  στην Αθήνα το 1960. Με την διαθήκη του άφησε κληροδότημα στην ΑΣΚΤ, που δίδαξε επί τριάντα χρόνια, και καθιέρωσε την «Βικάτειο» υποτροφία σε διπλωματούχους ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, με πτυχίο «Λίαν καλώς» για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό. Επίσης, δώρισε πίνακές του στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος. Σε πινακοθήκες του Μονάχου και του Βελιγραδίου είχαν αγοραστεί έργα του με γερμανικά τοπία. Παραδόξως παρά την εν ζωή μεγάλη απήχηση και εμπορικότητα των έργων του ( 900 πίνακες, κύρια ελαιογραφίες και 2000 σχέδια σύμφωνα με το δελτίο της Εθνικής Πινακοθήκης) μεταθανάτια δεν είχε την αναμενόμενη προβολή που θα του άρμοζε, τόσο για το ποιοτικό έργο του, όσο και για την τεράστια διδακτική προσφορά του.

Στα έργα του ο Βικάτος αξιοποίησε με προσωπικό τόπο γραφής και τεχνική μαεστρία τα διδάγματα της φλαμανδικής σχολής και της Ολλανδικής τέχνης του 17ου αιώνα, εμπλουτισμένα με την δυναμική χρήση του καθαρού χρώματος και μια φρέσκια στυλιστική προσέγγιση. Έχοντας αφομοιώσει άριστα τα σχεδιαστικά πρότυπα και τα ζητούμενα της Σχολής του Μονάχου απέχει τεχνικά από τον στείρο ακαδημαισμό και αναδημιούργησε το εικονιστικό του απόθεμα με αμεσότητα και εμφανή ψυχισμό.  Οι πλατιές ανάλαφρες πινελιές, οι φωτεινές εξάρσεις σε αντίθεση με τα σκούρα και φαιά φόντα κυριαρχούν στα έργα του. Παραμένοντας πιστός στα διδάγματα της γερμανικής ακαδημαϊκής παράδοσης, αναδείχθηκε σε εξαίρετο και περιζήτητο προσωπογράφο. Σε πιο περιορισμένη κλίμακα ασχολήθηκε με ιστορικές και θρησκευτικές συνθέσεις, νεκρές φύσεις, τοπία και σκηνές της καθημερινής ζωής. Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχουν οι γεροντικές μορφές, τις οποίες απέδωσε μεμονωμένα ή στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων, με έντονη ψυχογραφική διάθεση. Τόσο στις ανθρωποκεντρικές συνθέσεις του, σε κάποιες από τις προσωπογραφίες και τις ηθογραφικές σκηνές της καθημερινότητας, όσο και στις δημοφιλείς στην εποχή του ανθογραφίες αλλά και σε πρώιμα τοπία του αναφαίνεται μια ιμπρεσσιονιστική προσέγγιση. Με ιδιοτυπία φορτίζει τις φόρμες και τις μορφές προσδίδοντας τους φυσική ζωντάνια. Συνδυάζοντας τις νέες τεχνικές που σχετίζονταν με τη νοηματική εμβάθυνση στο χρώμα και στην απόδοση του, ξέφευγε έντεχνα από τη στατικότητα που χαρακτήριζε τον ακαδημαϊσμό, που πάντα όμως σεβόταν σαν πρότυπο σπουδής και μάθησης. Με αφαιρετική ελευθερία του χρώματος που καταυγάζει την μοναχική, μελαγχολική φύση του και την πνευματική αριστοκρατικότητα του έζησε δημιουργώντας και διδάσκοντας με αφοσίωση .

Η προσέγγιση μου στα έργα του έγινε στα μαθητικά χρόνια μου στο Αργοστόλι από συμμαθήτρια που μου είχε δανείσει για μελέτη  μια μαυρόασπρη έκδοση-λεύκωμα με έργα του Σπύρου Βικάτου, σπάνια και εξαιρετικής ποιότητας, με αφιέρωση του καλλιτέχνη στον φίλο βιβλιοπώλη πατέρα της. Η γοητεία των έργων του και της ρέουσας πινελιάς των συνθέσεων του μετατράπηκε σε πηγαίο θαυμασμό, τον οποίο εκδήλωσα  σε συνέντευξη μου στο περ. «Κεφαλονίτικες Ώρες», παράλληλα με την εκτίμηση μου στο έργο του ζωγράφου Παναγή Γαβριελάτου, αφαιρετικής διάθεσης τότε, που είχε για ένα διάστημα μαθητεύσει κοντά του και μου είχε μιλήσει σχετικά. Φοιτητής πλέον στην Αθήνα είδα τους χρωματισμούς σε αυθεντικά έργα του στην συλλογή Κουτλίδη της Εθνικής Πινακοθήκης αλλά και σε ιδιωτικές οικίες. Η τεχνοτροπική εμβάθυνση όμως σε αυτά   συστηματοποιήθηκε από μένα για την συγγραφή του λευκώματος με τα έργα κοσμικής ζωγραφικής του Κοργιαλένειου  Ιδρύματος, που εκτίθενται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Αργοστολίου. Ξεχωριστό ανάμεσα στα έργα του Βικάτου που ανήκουν στη συλλογή, κύρια με προσωπογραφίες επωνύμων, είναι η σύνθεση του «Μαθήτριες που μελετούν». Σε αυτή την σύνθεση ο ώριμος Βικάτος εμφορείται από την παράδοση ανάλογων έργων, από την εποχή του Βαττώ και του Φραγκονάρ μέχρι του Ρενουάρ και του Μπονάρ, με κορίτσια που μελετούν, κεντούν η παίζουν κάποιο μουσικό όργανο. Τα πρόσωπα των κοριτσιών στο άνω αριστερό άκρο του πίνακα συνθέτουν με τα βιβλία τους μια τριγωνική εστία που εμψυχώνεται από την αφοσίωση τους στη μελέτη και την μάθηση. Στο κέντρο του πίνακα ξετυλίγεται και διαγράφεται ενσωματωμένο στο χώρο, το πορφυρό ένδυμα της μιας με τις εκφραστικές και θαρραλέες πινελιές του. Το έργο του αυτό, όπως και άλλα με θέματα οικογενειακά, φωτίζει την απαράμιλλη χρωματική του δεξιοτεχνία και αποδεικνύει την συνθετική του τόλμη.

Κώστας Ευαγγελάτος

Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός της Τέχνης