
Σοβαρά ερωτήματα προκαλεί η αποκάλυψη ότι ο πλοίαρχος του φέρι που βυθίστηκε ανοικτά της Κερύνειας φέρεται να απέκτησε δίπλωμα από την Ονδούρα, πληρώνοντας μόλις 3.500 δολάρια.
Μια ιδιαίτερα σοβαρή πτυχή της έρευνας για το ναυάγιο του φέρι ανοικτά της Κερύνειας, αφορά πλέον τον ίδιο τον πλοίαρχο και τον τρόπο με τον οποίο επέστρεψε στη γέφυρα.
Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν στο δικαστήριο, ο Mustafa Öz φέρεται να απέκτησε άδεια πλοιάρχου από την Ονδούρα, καταβάλλοντας μόλις 3.500 δολάρια, αφού η παλαιότερη τουρκική του άδεια είχε καταστεί ανενεργή, έπειτα από περίπου δέκα χρόνια αποχής από το επάγγελμα.
Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα διαφορετικό πιστοποιητικό από άλλη χώρα. Οι αρχές καλούνται να διαπιστώσουν με ποια διαδικασία εκδόθηκε η νέα άδεια, ποια προσόντα και ποια θαλάσσια υπηρεσία ελέγχθηκαν και κατά πόσο υπήρξε ουσιαστική αξιολόγηση πριν ο πλοίαρχος αναλάβει ξανά καθήκοντα σε επιβατηγό πλοίο.
Κατά την αστυνομική κατάθεση, ο Öz υποστήριξε ότι χρησιμοποίησε τον αριθμό της παλαιάς τουρκικής άδειας και, μέσω προσώπων με τα οποία ήρθε σε επαφή στην Ελλάδα, εξασφάλισε το έγγραφο από την Ονδούρα έναντι 3.500 δολαρίων.
Στη συνέχεια έλαβε και σχετικό συνοδευτικό έγγραφο από τις τουρκοκυπριακές αρχές, ώστε να μπορεί να εκτελεί το δρομολόγιο Κερύνεια – Τασουτζού.
Για έναν επαγγελματία ναυτικό όμως, το κρίσιμο σημείο δεν είναι απλώς αν υπήρχε ένα χαρτί σε ισχύ. Η επιστροφή ενός πλοιάρχου στην ενεργό υπηρεσία έπειτα από πολυετή απουσία συνδέεται με πραγματική επάρκεια, εξοικείωση με τις σύγχρονες διαδικασίες ασφαλείας, ισχύ πιστοποιητικών και ικανότητα άσκησης καθηκόντων σε πραγματικές συνθήκες.
Αυτό ακριβώς είναι που φαίνεται να βρίσκεται τώρα στο μικροσκόπιο.
Η έρευνα δεν περιορίζεται πάντως στο δίπλωμα του καπετάνιου. Οι αρχές εξετάζουν παράλληλα αν το πλοίο είχε παρουσιάσει προβλήματα εισροής νερού και σε προηγούμενα ταξίδια, καθώς υπάρχουν αναφορές ότι μέλη του πληρώματος γνώριζαν σχετικά περιστατικά.
Βίντεο που έχουν κυκλοφορήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ελέγχονται επίσης ως πιθανό αποδεικτικό υλικό.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και όσα φέρεται να κατέθεσε ο ύπαρχος, σύμφωνα με τα οποία είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Την ίδια ώρα, το λιμάνι του Τασουτζού φέρεται να ήταν κλειστό κατά την ώρα του απόπλου, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για το επιχειρησιακό σκεπτικό πίσω από την απόφαση να φύγει το πλοίο.
Στο ναυάγιο επομένως, αρχίζουν να συγκλίνουν τρεις διαφορετικές γραμμές έρευνας: η επάρκεια του πλοιάρχου, η πραγματική τεχνική κατάσταση του πλοίου και οι αποφάσεις που ελήφθησαν πριν από τον απόπλου.
Εξίσου σοβαρό είναι το ζήτημα των πιστοποιητικών ασφαλείας. Το φέρι είχε ελεγχθεί από την Turk Loydu, όμως το σχετικό πιστοποιητικό εμφανίστηκε αργότερα στην ηλεκτρονική βάση του οργανισμού ως άκυρο. Μέχρι στιγμής δεν έχει αποσαφηνιστεί αν η αλλαγή της κατάστασής του έγινε πριν ή μετά το ναυάγιο, στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για την έρευνα.
Παράλληλα, εξετάζονται οι εργασίες συντήρησης που είχαν πραγματοποιηθεί στο πλοίο, η εκπαίδευση του πληρώματος και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή.
Έχουν ήδη ληφθεί περισσότερες από 200 καταθέσεις, ενώ η έρευνα συνεχίζεται σε πολλαπλά επίπεδα.
Το γεγονός ότι ο πλοίαρχος φέρεται να επέστρεψε στο επάγγελμα μέσω διπλώματος από την Ονδούρα που κόστισε 3.500 δολάρια, δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα, πόσο αποτελεσματικά ελέγχονται στην πράξη τα προσόντα, η εμπειρία και η πραγματική ικανότητα όσων αναλαμβάνουν την ευθύνη ενός επιβατηγού πλοίου.
Πηγή: e-nautilia.gr
