Γράφει ο Ανδρέας Κωνσταντάτος
Ελπίζουν σε… νεκρανάσταση
04/10/2019 | 15:02

Για να υπάρξει «νεκρανάσταση» χρειάζεται, ένα θαύμα και αυτό δεν το είδαμε χθες στους δρόμους. Είδαμε ένα γερασμένο συνδικαλιστικό κίνημα, που ποτέ δεν ανέλαβε τις δικές του ευθύνες για την κρίση, δεν στήριξε στις δύσκολες στιγμές τους εργαζομένους, αλλά ευχαρίστως λούφαξε κάτω από τη σκέπη του ΣΥΡΙΖΑ και αποδέχτηκε τη γενιά των 300 ευρώ και την αλλαγή του νόμου για τις απεργίες, από την κα Αχτσιόγλου.

Τον Ιανουάριο του 2018 ο ΣΥΡΙΖΑ και με υπουργό Εργασίας, την κα Αχτσιόγλου, άλλαξε το νόμο για τις απεργίες των σωματείων, που ίσχυε επί 36 χρόνια από το 1982.

Στο εξής για την απόφαση μιας απεργίας θα αποφασίζει το 50% +1 των εργαζομένων που εκπροσωπούνται στα σωματεία και όχι το 1/3 που ίσχυε παλαιοτέρα. Η αλλαγή του συγκεκριμένου νόμου αποτελούσε διακαή πόθο του ΔΝΤ από την εποχή του πρώτου μνημονίου το 2010.

«Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη» επί ΣΥΡΙΖΑ θα λέγε κανείς.

Τότε οι αντιδράσεις ήταν περιορισμένες, τώρα οι συνδικαλιστές ξεσπάθωσαν κατά της κυβέρνησης, γιατί προστέθηκε μια νέα διάταξη που λέει, ότι οι εργαζόμενοι μπορεί να ψηφίζουν και ηλεκτρονικά για την απαρτία σε μια  Γενική Συνέλευση .
Άκουσα έναν συνδικαλιστή της ΓΕΣΕΕ στο OPEN  να καταφέρεται με έντονο τρόπο κατά του «50 συν ένα», διερωτώμενος μάλιστα πως μπορεί ο Μητσοτάκης να κυβερνά μια χώρα με μικρότερο ποσοστό του 50% και δεν μπορούν οι εργαζόμενοι, να κηρύξουν  απεργία.

Άκουσα έναν συνδικαλιστή της ΓΕΣΕΕ στο OPEN   να καταφέρεται με έντονο τρόπο κατά του «50 συν ένα», διερωτώμενος μάλιστα πως μπορεί ο Μητσοτάκης να κυβερνά μια χώρα με μικρότερο ποσοστό του 50% και δεν μπορούν οι εργαζόμενοι, να κηρύξουν  απεργία.

Εδώ ο φίλος συνδικαλιστής ή δεν ξέρει τι του γίνεται ή λέει ενσυνείδητα ψέματα.

Ο νόμος του ΣΥΡΙΖΑ λέει καθαρά, πως το 50 % συν ένα των εργαζομένων που είναι οικονομικά τακτοποιημένοι, απαιτείται για την  απαρτία της  Γενικής Συνέλευσης. Από κει και πέρα, την απόφαση για την απεργία τη λαμβάνει ένα σαφώς πολύ μικρότερο ποσοστό, αφού ψηφίζουν μόνο όσοι βρίσκονται στη ΓΣ..

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις εθνικές εκλογές, όπου ψηφίζουν πολύ λιγότεροι από τους εγγεγραμμένους. Ποτέ, όμως, δεν συνέβη να πέσει το ποσοστό συμμετοχής κάτω του 50% και η κυβέρνηση εκλέγεται από τη σχετική πλειοψηφία των όσων ψήφισαν.

Τότε οι συνδικαλιστές «κατάπιαν» τη διάταξη Αχτσιόγλου, τώρα κάποιοι επιχείρησαν να κάνουν μέτωπο απέναντι στους «Μητσοτάκηδες» όπως αποκάλεσαν την κυβέρνηση- δίνοντας εμφανώς πολιτικό στίγμα, περισσότερο από  συνδικαλιστικό-  αλλά τελικά έκαναν μέτωπο, απέναντι στην κοινωνία και σε εκείνους τους πιο αδύναμους  εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα που πασχίζουν για ένα μεροκάματο.

Αλήθεια που ήταν κάποιοι συνδικαλιστές, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ θεοποίησε την ελαστική εργασία για να μειώσει τους δείκτες της ανεργίας και δημιούργησε τη γενιά των 300 ευρώ; Που ήταν όταν οι κυβερνήσεις διέλυαν τις εργασιακές σχέσεις; Τι έκαναν; Τα «κοτόπουλα» κάτω από τις φτερούγες του ΣΥΡΙΖΑ; Που είναι τώρα, που υπάρχουν εργαζόμενοι στον  ιδιωτικό  τομέα, στους οποίους εργοδότες,  χρωστούν δεδουλευμένα μηνών; Έκαναν καμιά πορεία γι’ αυτούς στους δρόμους;
Η χώρα, η οικονομία, η κοινωνία και οι εργαζόμενοι έχουν ανάγκη από ένα συνδικαλιστικό κίνημα που να συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Να σκέπτεται σύγχρονα, να είναι συνδεμένο με τους εργαζομένους, τις ανάγκες τους και την αγορά, να δρα αποτελεσματικά και να προστατεύει την εργασία και όχι ένα συνδικαλιστικό κίνημα που ενδιαφέρεται μόνο για τους συνδικαλιστές και το «εγώ» τους.

Ο εκφυλισμός και η απαξίωσή τους στα χρόνια της κρίσης, η υποκρισία και αδυναμία του κινήματος, το οδηγεί σε σπασμωδικές κινήσεις ελπίζοντας σε μια σύντομη επανάκαμψη του.

Οι εργαζόμενοι δείχνουν  πως είναι απέναντι και στους παλαιού τύπου συνδικαλιστές και στα κόμματα που τους χειραγωγούν για πολιτικούς λόγους.

Το μήνυμα της κοινωνίας και των εργαζομένων προς όλους, ήταν χθες εντυπωσιακό…