Είχε δίκιο ο Μητσοτάκης;
Άγης Βερούτης
14/11/2021 | 15:43

Με αφορμή το επεισόδιο με την καπελοφόρα Ολλανδή “φερόμενη ως δημοσιογράφο” στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου στην επίσκεψη του Ολλανδού πρωθυπουργού στην Ελλάδα, πολλά πράγματα που αποφεύγουμε να συζητάμε βγήκαν στην επιφάνεια.

Για παράδειγμα, όταν κάποιος ζητάει άσυλο στη χώρα μας οφείλει να το κάνει στα επίσημα σημεία εισόδου. Δεν μπορεί να μπαίνει σε ένα φουσκωτό βαρκάκι το οποίο να τρυπάει εσκεμμένα μόλις μπει στα χωρικά μας ύδατα. Αυτό συνιστά σε παράνομη είσοδο στη χώρα, και αυτομάτως τον εξαιρεί από το δικαίωμα να ζητήσει άσυλο. Αυτό λέει το διεθνές δίκαιο και η διεθνής πρακτική. Αυτό εφαρμόζουν οι Αμερικανοί για όσους περνάνε τα σύνορα τους με το Μεξικό από την έρημο.

Υποχρέωση υποδοχής ενός αιτούντος ασύλου έχει μια χώρα όταν ο πρόσφυγας έρχεται από χώρα μη-ασφαλή για εκείνον. Η Τουρκία δεν είναι μια τέτοια μη-ασφαλής χώρα, πλην αν κάποιος είναι Τούρκος στρατιωτικός ή Τούρκος δημοσιογράφος ή τέλος πάντων κάποιος Τούρκος τον οποίον το καθεστώς Ερντογάν θεωρεί αντιφρονούντα και άρα έχει φόβο φυλάκισης ή ακόμα και για τη ζωή του. Όποιος είναι επίδοξος οικονομικός μετανάστης για τη Βόρεια Ευρώπη και μπαίνει στην Ελλάδα με την πρόφαση αίτησης ασύλου ουσιαστικά μπαίνει καταχρηστικά και ως αποτέλεσμα των κυκλωμάτων παράνομης διακίνησης ανθρώπων έναντι τεράστιων αμοιβών.

Η φύλαξη των συνόρων της Ελλάδας και της Ευρώπης και η αποτροπή της παράνομης εισόδου ανθρώπων χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα που απλά “δηλώνουν” πρόσφυγες, συνιστά μέρος των καθηκόντων του λιμενικού, των σωμάτων ασφαλείας και γενικά όλων των πολιτών. Ως ορίζει ο νόμος και το διεθνές δίκαιο.

Στην επιθετική ρητορική έναντι της Ελλάδος και της κυβέρνησης (και όχι ερώτηση) της προαναφερόμενης Ολλανδής “δημοσιογράφου” η αντίδραση του πρωθυπουργού αν και οξεία (φυσικό να τον πνίγει το δίκιο της Ελλάδας έναντι στην εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία εν είδει υβριδικού πολέμου) ήταν εντός της λογικής και της ευθύνης του.


Όμως στη ροή του λόγου του, στη διαδικασία της απάντησης στην καπελοφόρο, ο πρωθυπουργός είπε εμμέσως πλην σαφώς μια οδυνηρή αλήθεια, που δεν έχουμε συνηθίσει να ακούμε: στην Ελλάδα οι ασκούντες δημοσιογραφία δεν κάνουν δύσκολες/ευθείς ερωτήσεις.

Εφόσον δεχόμαστε αξιωματικά ως αλήθεια αυτά που ειπώνονται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό, τον πλέον ενημερωμένο Έλληνα πολίτη και κατεξοχήν ελεγχόμενο από την φερόμενη ως Τέταρτη Εξουσία, το συμπέρασμα είναι ανησυχητικό. Δηλώνει την ανεπάρκεια του ελεγκτικού ρόλου της Ενημέρωσης να εκτελέσει την αποστολή της που είναι ο έλεγχος των υπολοίπων τριών θεσμικών εξουσιών: της Εκτελεστικής, της Δικαστικής και της Νομοθετικής.

Μια χώρα χωρίς αξιόπιστους δημοσιογράφους τους οποίους να φοβούνται και να σέβονται οι εκάστοτε κυβερνώντες, δικάζοντες και νομοθετούντες είναι μια χώρα επιρρεπής στην κατάχρηση των θεσμικών εξουσιών και στη διαφθορά, όπου εναπόκειται στη σιδηρά διαχείριση του εκάστοτε πρωθυπουργού και του στενού κύκλου του για να αποτρέψει τη διαφθορά και τη σύγκρουση συμφερόντων.

Όταν όμως το μέγεθος του κράτους στη χώρα αυτή πλησιάζει το 60% του ΑΕΠ, όπου αναλογικά το 60% της οικονομικής δραστηριότητας των φυσικών προσώπων πηγάζει από το κράτος, τότε είναι αυτονόητο ότι δεν αποτελεί mainstream είδηση ότι κανείς δεν δικάστηκε ούτε καταδικάστηκε ποτέ για τα θαλασσοδάνεια που δόθηκαν από τις διοικήσεις και τα στελέχη της Αγροτικής και άλλων τραπεζών, ότι σχεδόν κανένας δικαστικός (οκ 2) δεν έχει βρεθεί στα τελευταία 30 χρόνια να παραβαίνει τον όρκο του, κανένας πολιτικός (οκ 1) δεν έχει βρεθεί τα τελευταία 30 χρόνια να χρησιμοποιεί την θέση εξουσίας του για παράνομο πλουτισμό και μίζες. Κανένας συνοριοφύλακας εμπλεκόμενος σε trafficking δεν έχει βρεθεί να εισπράττει €1.000 το κεφάλι για όσους βάζει παράνομα μέσα στη χώρα σε συνεννόηση με τους διακινητές από την τουρκική πλευρά.

Καταλαβαίνετε που πάει όλο αυτό…

Δεν έχει έννοια να επαναλάβουμε την κοινή λαϊκή αντίληψη ότι υπήρξαν στη χώρα κυβερνήσεις για τις οποίες κυκλοφορούσε ευρύτατα πριν δυο δεκαετίες ότι “έτρωγαν με χρυσές μασέλες μέχρι να πέσουν αναίσθητοι, ενώ οι μασέλες τους συνέχιζαν να ανοιγοκλείνουν από μόνες τους”, τις οργιάζουσες φήμες για συλλογικά “μαζί-τα-φάγαμε επενδυτικά funds” πρώην πολιτικών που είχαν προβλέψει να έχουν βγάλει τα χρήματα εκτός Ελλάδος πριν καν γυρίσει ο αιώνας και τόσα-όσα άλλα, ώσπου βγήκε και νόμος που απαγόρευσε σε δημοσιογράφους τις κρυφές βιντεοσκοπήσεις παράνομων πράξεων και τις έκαμε μη-αποδεκτές στα δικαστήρια, επί κακουργηματική ποινή μάλιστα για τον βιντεοσκοπούντα.

Την ίδια εποχή η δωροληψία και η κατάχρηση δημοσίου χρήματος από δημόσιο υπάλληλο κάτω του ποσού των €150.000 έγινε πλημμέλημα, παραγραφόμενο στην τριετία…

Σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια η Ελλάδα έχει μια από τις τελευταίες θέσεις στην ΕΕ αναφορικά στη διαφθορά όπως την αντιλαμβάνονται οι πολίτες της.

Δυστυχώς, αν ρωτήσεις έναν οποιονδήποτε πολίτη, οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι, η δικαιοσύνη είναι μη-λειτουργική, οι δημοσιογράφοι είναι πουλημένοι και ο δημόσιος τομέας τα παίρνει ή εκτελεί εντολές υπέρ κάποιων “συμφερόντων” και εναντίον “άλλων”. Ο ίδιος πολίτης θα σου πει ότι αυτό αφορά όλους πλην του πολιτικού που ο ίδιος ψηφίζει, όλους πλην του συγγενή του που είναι δικαστικός και πλην του δημοσιογράφου που διαβάζει. Στοιχεία για αυτά που λέγει: μηδέν.

Φυσικά όταν έρθει η ώρα να θέλει να βγάλει άδεια εισόδου στον Δακτύλιο χωρίς να τη δικαιούται (πχ λέμε, και χίλια άλλα πιθανά σενάρια) θα πάρει το πολιτικό γραφείο του πολιτικού που ψηφίζει και θα απαιτήσει να παρακαμφθούν οι κανονισμοί ή και οι νόμοι για να εξυπηρετηθεί αυτός γιατί έφερε “8 ψήφους και τη δική του”.

Πώς να περιμένει κανείς να ανεβεί θέσεις στον δείκτη διαφάνειας η χώρα μας, όταν δεν υπάρχει επάρκεια στον έλεγχο των εξουσιών από σοβαρή δημοσιογραφία;

Ως σοβαρή δημοσιογραφία φυσικά δεν εννοώ την επινόηση σκανδάλων με σκοπό την αντιπολίτευση σε κάποιο κόμμα ή την επίθεση επί προσωπικού σε γυναίκες πολιτικών αντιπάλων και κατηγορίες χωρίς αποδείξεις στις οποίες επιδίδονται οι καρικατούρες της ελληνικής δημοσιογραφίας.

Εννοώ σοβαρούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς οι οποίοι να ζουν από τα χρήματα που πληρώνουν οι αναγνώστες τους για να τους διαβάζουν (συνδρομές ή αγορά της χάρτινης έκδοσης) και όχι οι διαφημιζόμενοι.

Όπως μου είχε πει πριν πολλά χρόνια ένας αρκετά γνωστός δημοσιογράφος της προηγούμενης (από εμένα) γενιάς, “πραγματικό αφεντικό είναι εκείνος που πληρώνει για να κάνεις τη δουλειά σου”. Στο μεταξύ, όποιος διανοήθηκε να σκεφτεί να βγάλει συνδρομητική διαδικτυακή έκδοση στην Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χλεύη και το πηγαίο γέλιο. “Δεν έχει μάθει ο Έλληνας να πληρώνει για να μάθει τα νέα”. Θέλει να πληρώνουν άλλοι.

Ακόμα και ο συγχωρεμένος ο Γιώργος Κουρής χρέωνε τους αναγνώστες του μισό ευρώ (ή 50 δραχμές, δε θυμάμαι) το κάθε φύλλο την Αυριανή.

Έχω την εντύπωση ότι ο βασικός λόγος της κακοδαιμονίας μας είναι ότι η ίδια η κοινωνία μας επιζητεί τη ρευστή αυτή κατάσταση, όπου κάθε τί είναι σχεδόν νόμιμο και σχεδόν παράνομο, υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο ηθικό και στο επιτρεπτό από το νόμο, και γενικά μια σούπα με μερικά στερεά κομμάτια και πολύ νεροζούμι που μας τοποθετεί κάπου ανάμεσα στις οργανωμένες κοινωνίες του Ευρωπαϊκού Βορρά και τις δυσλειτουργικές κοινωνίες της Εγγύς Ανατολής.

Σήμερα έχω λιγότερη βεβαιότητα για το πώς πιθανόν λύνεται αυτός ο Γόρδιος Δεσμός, από όση είχα πριν από 20 ή 10 χρόνια.

Αυτή είναι μια τεράστια συζήτηση περί ελληνικής κουλτούρας, που άνοιξε προχθές ο πρωθυπουργός. Δεν ξέρω αν θα την δούμε να ολοκληρώνεται, τουλάχιστον εμείς της γενιάς μου.

ΥΓ. Υπόψιν, δεν θεωρώ εαυτόν δημοσιογράφο παρά έναν απλό αρθρογράφο γνώμης και μάλιστα ερασιτέχνη σε αυτό.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ