
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έχει κεφαλονίτικες οικογενειακές ρίζες, από την πατρική πλευρά της, με σύνδεση ειδικότερα με το Ληξούρι.
Ο πατέρας της Κατερίνας, Σπύρος Ευαγγελάτος, είχε καταγωγή από το Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Ο παππούς της, Αντίοχος Ευαγγελάτος, είχε επίσης κεφαλονίτικη καταγωγή. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος είχε ιδιαίτερη αγάπη για την Κεφαλονιά και ασχολήθηκε επιστημονικά με την ιστορία του θεάτρου της. Μάλιστα, η διδακτορική του διατριβή αφορούσε την ιστορία του θεάτρου στην Κεφαλονιά από το 1600 έως το 1900.
Λίγα λόγια για τον πατέρα της, Σπύρο Ευαγγελάτο
«Εγώ, προσωπικά, αισθάνομαι περισσότερο μουσικός παρά σκηνοθέτης. Σαν ένστικτο, σαν ιδιοσυγκρασία. Λατρεύω τη μουσική, δεν είναι τυχαίο ότι είμαι γόνος μουσικής οικογένειας», έλεγε σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης, μεταφραστής, φιλόλογος και ερευνητής Σπύρος Ευαγγελάτος το 1999. Και πράγματι, η ζωή του ξεκίνησε και διαμορφώθηκε σε ένα μουσικό περιβάλλον.
Γιος του επιφανούς μουσουργού και αρχιμουσικού Αντίοχου Ευαγγελάτου, με καταγωγή από την Κεφαλονιά, και της αρπίστριας Ξένης Μπουρεξάκη, με καταγωγή από την Κρήτη (καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι τα δύο νησιά υπήρξαν φυτώρια λογοτεχνικής παραγωγής, από αυτά προέρχονται τα έργα στα οποία θα αφιερωνόταν), γεννήθηκε το 1940 στην οδό Πατησίων στην Αθήνα.
Η πρώτη του επαφή με την τέχνη ήταν μέσω της μουσικής. Έτσι, είναι να απορεί κανείς που δεν έγινε μαέστρος σαν τον πατέρα του, τραγουδιστής της όπερας, όπως η αδελφή του Δάφνη. Εν τέλει, ίσως να μην έχει καμία σημασία ποιον δρόμο διάλεξε, καθώς, όπως έλεγε και ο ίδιος, αισθανόταν «σαν ένας μουσικός που σκηνοθετεί». Περιέγραφε τη δουλειά του ως εξής: «Η έννοια της παύσης, της μεταλλαγής, των ρυθμών, η έννοια ακόμα και της ουσίας, της ατμόσφαιρας μιας κατάστασης, λειτουργούν κατά έναν τρόπο μαγικό μουσικά μέσα μου, κι αυτό προσπαθώ να μεταφέρω».
Λίγα λόγια για τον παππού της, Αντίοχο Ευαγγελάτο
Ο Αντίοχος Ευαγγελάτος (Antiochos Evangelatos, 1903–1981) ήταν Έλληνας συνθέτης, αρχιμουσικός και μουσικοπαιδαγωγός, με σημαντική παρουσία στην ελληνική έντεχνη μουσική του 20ού αιώνα. Ανήκε στη γενιά δημιουργών που επιδίωξαν να συνδυάσουν την ευρωπαϊκή λόγια παράδοση με ελληνικά μουσικά στοιχεία.
Συνθετική φυσιογνωμία
Το έργο του εντάσσεται ευρύτερα στο κλίμα της Εθνικής Μουσικής Σχολής, χωρίς να περιορίζεται σε απλή επεξεργασία δημοτικών μελωδιών. Στη μουσική του αξιοποίησε ελληνικούς τρόπους, ρυθμούς και λαϊκές αναφορές μέσα σε συμφωνικές και άλλες μορφές της δυτικοευρωπαϊκής παράδοσης, επιδιώκοντας μια αναγνωρίσιμη ελληνική μουσική γλώσσα.
Σπουδές και καλλιτεχνική πορεία
Γεννημένος στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς, σπούδασε μουσική στην Ελλάδα και συνέχισε την εκπαίδευσή του στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στη Βιέννη. Η σταδιοδρομία του δεν περιορίστηκε στη σύνθεση: ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα ως διευθυντής ορχήστρας, συμβάλλοντας παράλληλα στη διάδοση του ελληνικού συμφωνικού ρεπερτορίου.
Μουσικοπαιδαγωγός
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η παρουσία του στη μουσική εκπαίδευση. Δίδαξε σύνθεση και θεωρητικά, επηρεάζοντας νεότερους Έλληνες μουσικούς και συνθέτες και λειτουργώντας ως σύνδεσμος ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή παράδοση και στην αναζήτηση μιας ελληνικής εθνικής μουσικής ταυτότητας.
Θέση στην ελληνική μουσική
Ο Ευαγγελάτος συγκαταλέγεται στους αξιόλογους εκπροσώπους της ελληνικής λόγιας μουσικής του μεσοπολέμου και των μεταπολεμικών δεκαετιών. Η σημασία του προκύπτει από τον τριπλό ρόλο του ως συνθέτη, αρχιμουσικού και δασκάλου, μέσα από τον οποίο συνέβαλε τόσο στη δημιουργία όσο και στην καλλιέργεια και παρουσίαση της νεότερης ελληνικής μουσικής.
Λίγα Λόγια για την σκηνοθέτη Κατερίνα Ευαγγελάτου
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι διακεκριμένη σκηνοθέτις θεάτρου και όπερας και το 2019 ανέλαβε τη θέση της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Η
θητεία της ανανεώθηκε το 2022.
Είναι η πρώτη γυναίκα και το νεότερο άτομο στην ιστορία του θεσμού που κατέχει αυτή τη θέση. Υπό τη διεύθυνσή της, το Φεστιβάλ εστιάζει σε διεθνείς συμπαραγωγές και παγκόσμιες πρεμιέρες, καθώς και σε καινοτόμες προσεγγίσεις του Αρχαίου Δράματος, διευρύνοντας σημαντικά το κοινό του και προσελκύοντας νέους θεατές. Κατά τη θητεία της, το Φεστιβάλ έχει καθιερωθεί ως ένας από τους κορυφαίους πολιτιστικούς οργανισμούς της Ευρώπης και έχει επεκτείνει τις δραστηριότητές του κατά τη διάρκεια του χειμώνα, δημιουργώντας νέες πλατφόρμες και ενθαρρύνοντας δυναμικές συζητήσεις με το διεθνές και τοπικό κοινό.
Επιπλέον, η κα Ευαγγελάτου έχει καταφέρει να διευρύνει αισθητά το ελληνικό δίκτυο συνεργασιών του Φεστιβάλ, ανοίγοντας νέες προοπτικές με σημαντικούς φορείς και ιδρύματα από το χώρο της επιστήμης, του πολιτισμού αλλά και των επιχειρήσεων.
Έχει σκηνοθετήσει πάνω από 30 μεγάλες παραγωγές θεάτρου και όπερας σε σημαντικούς χώρους και οργανισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, η Εθνική Λυρική Σκηνή, το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, την Όπερα της Περμ στη Ρωσία και το Κρατικό Θέατρο του Άουγκσμπουργκ στη Γερμανία.
Οι παραγωγές της έχουν λάβει διεθνή αναγνώριση και έχουν βραβευτεί με πολλές σημαντικές διακρίσεις.
Η κα. Ευαγγελάτου έχει προσκληθεί επανειλημμένα για να παραδώσει μαθήματα, σεμινάρια και διαλέξεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό (NYU/Νεα Υόρκη, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εθνικό Θέατρο, Harvard στην Ελλάδα και άλλα).
Πρόσφατες σκηνοθεσίες της στην Ελλάδα και το εξωτερικό:
Ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν του Μπ. Μπρεχτ (Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 2013), Der gute Mensch von Sezuan (Νέα Σκηνοθεσία, Stadttheater Augsburg, Γερµανία, 2014), Ρήσος – περιπατητική παράσταση στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλου (Φεστιβάλ Αθηνών 2015), Τα παραµύθια του Χόφµαν, (Κρατική Όπερα της Περµ στη Ρωσία-2015), Φάουστ του Γκαίτε (Δηµοτικό Θέατρο Πειραιά, 2015-2016), 1984 του Τζωρτζ Όργουελ (Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου, 2016), Άλκηστη του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2017), Ζ, νέα όπερα των Μηνά Μπορµπουδάκη / Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη βασισµένη στο οµότιλο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού (Εθνική Καλλιτεχνική Διευθύντρια Λυρική Σκηνή-Εναλλακτική σκηνή, 2018), Η Κωµωδία των Παρεξηγήσεων του Σαίξπηρ (2018),Βόυτσεκ του Μπύχνερ (Δηµοτικό Θεάτρο Πειραιά, 2019), Άµλετ του Ουίλλιαµ Σαίξπηρ (Αµφι- Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, 2019), Ριγκολέττο του Τζουζέππε Βέρντι (Εθνική Λυρική Σκηνή, Ωδείο Ηρώδου Αττικού 2022), Iππόλυτος του Ευριπίδη (Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2023), The Doctor του Robert Icke (Αμφι-Θέατρο Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, 2023).
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έκανε τον Ευριπίδη Σούπερ Σταρ στην μακρινή Γουτζέν της Κίνας
“Ταξιδέψαμε στη μακρινή Γουτζέν και στο διάσημο θεατρικό της Φεστιβάλ προκειμένου να δούμε τον Ιππόλυτο που σκηνοθετεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Οι εντυπώσεις μας από τη μαγική αυτή πόλη.
Σε απόσταση μιάμισης ώρας περίπου από τη Σαγκάη, βρίσκεται μια μικρή υδάτινη πόλη που πολλοί αποκαλούν Βενετία της Κίνας, με κανάλια, πέτρινες γέφυρες, χαμηλά σπίτια και στενά που μοιάζουν να έχουν βγει από άλλη εποχή. Ο λόγος για τη Γουτζέν (Wuzhen), αυτή μεταμορφώνεται κάθε φθινόπωρο σε κάτι εντελώς απρόσμενο: σε μια πόλη που ζει σχεδόν αποκλειστικά για το θέατρο.
Για έντεκα ημέρες, η Γουτζέν γεμίζει παραστάσεις, δημόσιες συζητήσεις, εργαστήρια και υπαίθρια δρώμενα, αλλά κυρίως γεμίζει κόσμο – και εντυπωσιακά νέο κόσμο. Ανθρώπους που έρχονται εδώ μόνο για το φεστιβάλ, που οργανώνουν ολόκληρες ημέρες γύρω από δύο και τρεις παραστάσεις, που τρέχουν από τη μία σκηνή στην άλλη και αντιμετωπίζουν το θέατρο όχι σαν μια περιστασιακή έξοδο, αλλά σαν λόγο για να ταξιδέψουν.
Σε αυτή την πόλη ταξιδέψαμε εκ νέου με το NEWS 24/7 ακολουθώντας τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, την παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου που έχει πλέον αποκτήσει τη δική της γεωγραφία.
Η διαδρομή του «Ιππόλυτου» ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2023, όταν η παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, του Φεστιβάλ Αθηνών και της εταιρείας Λυκόφως παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, πριν ακολουθήσει περιοδεία στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Από την Επίδαυρο και το Ηρώδειο μέχρι το Χονγκ Κονγκ και τώρα τη Γουτζέν, ο «Ιππόλυτος» έχει βγει εδώ και καιρό έξω από τα ελληνικά σύνορα και συνεχίζει να συναντά κοινά πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Είχα ήδη ταξιδέψει μαζί του στο μακρινό Χονγκ Κονγκ βιώνοντας μία μοναδική εμπειρία, την αίσθηση ότι ένα έργο γραμμένο πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια μπορούσε να φτάσει τόσο μακριά και να αφορά ανθρώπους που δεν κουβαλούν την ίδια θεατρική και μυθολογική παράδοση με εμάς.
Η Γουτζέν, όμως, ήταν κάτι διαφορετικό, γιατί εδώ ο «Ιππόλυτος» δεν έφτασε απλώς σε ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ. Έφτασε σε έναν τόπο όπου το θέατρο έχει γίνει μέρος της ταυτότητάς του και όπου, για λίγες ημέρες, μια ολόκληρη πόλη κινείται στον ρυθμό του. Και μέσα σε αυτό το ήδη πυκνό θεατρικό σύμπαν, η ελληνική παράσταση έμελλε να αποκτήσει μια θέση που ούτε εμείς μπορούσαμε να φανταστούμε πριν φτάσουμε εκεί.
Η εξωπραγματική Γουτζέν
Η Γουτζέν μοιάζει από την πρώτη στιγμή σχεδόν εξωπραγματική. Κανάλια, πέτρινες γέφυρες, χαμηλά σπίτια, στενά δρομάκια και βάρκες που περνούν αργά κάτω από τα παράθυρα συνθέτουν την εικόνα μιας παλιάς υδάτινης πόλης της νότιας Κίνας που κάποια στιγμή αποφάσισε ότι δεν της αρκούσε να είναι όμορφη. Ήθελε να μετατραπεί σε τόπο πολιτισμού, σε τόπο συνάντησης ανθρώπων και ιδεών, σε μια πραγματική πόλη του θεάτρου.
Την ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης μού την αφηγήθηκε ένας από τους ανθρώπους που την οραματίστηκαν, ο Stan Lai, συγγραφέας, σκηνοθέτης και ένας από τους τέσσερις ιδρυτές του Wuzhen Theatre Festival, μαζί με τον Meng Jinghui, τον ηθοποιό Huang Lei και τον Chen Xianghong, τον άνθρωπο που είχε ήδη αναλάβει την αναγέννηση της ίδιας της πόλης. Ο Lai θυμάται τον Huang Lei να τον φέρνει στη Γουτζέν το 2010 και να τον ρωτά τι θα έλεγε αν δημιουργούσαν εκεί ένα φεστιβάλ θεάτρου. Η πρώτη αντίδραση της συζύγου και παραγωγού του ήταν εύλογη: ο κόσμος είχε ήδη αρκετά θεατρικά φεστιβάλ. Ο ίδιος, όμως, μόλις αντίκρισε τον τόπο, κατάλαβε αμέσως ότι η σχέση ανάμεσα στο θέατρο και σε αυτό το τοπίο μπορούσε να αποδειχθεί «μαγική».
Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Παλιές αποθήκες μετατράπηκαν σε σκηνές, χώροι που δεν είχαν σχεδιαστεί ποτέ για παραστάσεις απέκτησαν θεατρική ζωή, κατασκευάστηκε το Grand Theatre και όταν το φεστιβάλ έκανε την πρώτη του διοργάνωση, το 2013, διέθετε πέντε θεατρικούς χώρους. Σήμερα είναι περίπου δώδεκα, χωρίς καν να υπολογίζονται οι υπαίθριες σκηνές και οι χώροι όπου το θέατρο ξεχύνεται κυριολεκτικά μέσα στην πόλη.
Κι όμως, οι αριθμοί δεν αρκούν για να εξηγήσουν τι είναι η Γουτζέν. Πρέπει να την περπατήσεις.
Μια πόλη γεμάτη νέους που τρέχουν για το θέατρο
Αυτό ήταν ίσως το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της εμπειρίας. Εκατοντάδες νέοι άνθρωποι παντού, με προγράμματα στα χέρια, σακίδια, κινητά και εισιτήρια, να βγαίνουν από μια παράσταση και να τρέχουν στην επόμενη, να περιμένουν στις ουρές, να συζητούν όσα μόλις είδαν και να προσπαθούν να χωρέσουν δύο και τρεις παραστάσεις στην ίδια ημέρα. Δεν έμοιαζαν με κοινό που συμμετείχε σε μια επίσημη πολιτιστική διοργάνωση επειδή «έπρεπε» να βρίσκεται εκεί. Έμοιαζαν να έχουν ανάγκη το θέατρο.
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, που έχει πλέον μια σταθερή σχέση με την Κίνα, το περιέγραψε με μια πολύ απλή φράση: «Διψάνε πάρα πολύ». Μου μιλούσε για τα workshops και τους δημόσιους διαλόγους του φεστιβάλ, για αίθουσες που γεμίζουν ακόμη και ένα Σάββατο στις έντεκα το πρωί ή στη μία το μεσημέρι, για νέους ανθρώπους που περιμένουν μετά το τέλος μιας συζήτησης για να ρωτήσουν πώς συνεργάζεται ένας σκηνοθέτης με τον σκηνογράφο, πώς επιλέγεται η μουσική, αν αξίζει να σπουδάσουν σκηνοθεσία. «Δεν το έχω ξαναδεί σε κανένα μέρος της Γης», μου είπε.
Το είδαμε και εμείς. Σε μια δημόσια συζήτηση της Ευαγγελάτου με τη Γαλλίδα δημιουργό της φεμινιστικής παράστασης «Cosmos», Maëlle Poésy, έγινε πραγματικά το αδιαχώρητο. Νέοι άνθρωποι όρθιοι, άλλοι να προσπαθούν να πλησιάσουν, όλοι να ακούν μια συζήτηση για το θέατρο με την ένταση που αλλού συναντά κανείς σε μια μεγάλη συναυλία. Και εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι το σπουδαιότερο επίτευγμα της Γουτζέν δεν είναι μόνο οι παραγωγές που καταφέρνει να προσελκύσει από ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ότι μέσα σε μόλις δεκατρία χρόνια έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ένα κοινό που περιμένει το φεστιβάλ, το ακολουθεί, το ζει και το θεωρεί δικό του.
Ο «Ιππόλυτος» ως γεγονός της Γουτζέν
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπήρχε μία παράσταση που περίμεναν ιδιαίτερα: ο «Ιππόλυτος». Και αυτό δεν ήταν απλώς η εντύπωση που είχαμε επειδή ταξιδέψαμε μαζί με την ελληνική αποστολή. Το καταλάβαινες στις συζητήσεις με τους ανθρώπους του φεστιβάλ, στις αντιδράσεις των θεατών, στις συναντήσεις στα πολύβουα σοκάκια της πόλης. Η παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου ήταν μία από τις μεγαλύτερες παραγωγές της διοργάνωσης, μεγαλύτερη σε κλίμακα από αρκετές από τις υπόλοιπες διεθνείς συμμετοχές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο μύθος του Ιππόλυτου δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός στο κινεζικό κοινό. Ο Meng Jinghui, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ και ένας από τους τέσσερις ιδρυτές του, μας εξήγησε ότι όταν πρωτοάκουσε για το έργο γνώριζε περισσότερο τον τίτλο παρά τις λεπτομέρειες της ιστορίας. Για εκείνον, όμως, αυτό δεν ήταν μειονέκτημα. Η απόσταση από έναν άγνωστο μύθο μπορούσε να δημιουργήσει μια γόνιμη αίσθηση ανοίκειου, ενώ εκείνο που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα στη δουλειά της Ευαγγελάτου ήταν ότι δεν αντιμετώπιζε την αρχαία ελληνική τραγωδία ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά ως ζωντανό υλικό πάνω στο οποίο ένας σύγχρονος Έλληνας καλλιτέχνης μπορεί να καταθέσει τη δική του ματιά.
Αυτό ακριβώς μου είπε, με διαφορετικά λόγια, και η Κόρα Καρβούνη. «Είμαι περήφανη που ερχόμαστε με μια πιο εκσυγχρονισμένη παράσταση», σημείωσε. «Δεν ξέρουμε καν εμείς πώς παιζόταν το αρχαίο δράμα». Αυτό που έφτασε, λοιπόν, στην Κίνα δεν ήταν μια αναπαράσταση ενός παρελθόντος που κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς, αλλά «η σύγχρονη ματιά του ανθρώπου, του Έλληνα, πάνω σε αυτό το έργο».
Ίσως γι’ αυτό και η επικοινωνία με το κοινό ήταν τόσο άμεση.
Μια ελληνική τραγωδία στην άλλη άκρη του κόσμου
Μέσα στο θέατρο υπήρξαν στιγμές πραγματικά συγκλονιστικές. Ελληνική γλώσσα στη σκηνή, κινεζικοί υπότιτλοι, ο Ευριπίδης να ακούγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Επίδαυρο και απέναντι ένα κοινό νεανικό, απολύτως συγκεντρωμένο, που παρακολουθούσε με μια σχεδόν σωματική προσήλωση. Το σκηνικό παρέμενε το ίδιο και στις τρεις παραστάσεις, όμως η αντίδραση του κοινού άλλαζε κάθε βράδυ και γινόταν όλο και πιο εκδηλωτική.
Ο Ορέστης Χαλκιάς μού περιέγραψε χαρακτηριστικά την πρώτη υπόκλιση. Το χειροκρότημα δεν είχε αρχικά την ένταση που θα περίμενε ένας Έλληνας ηθοποιός και το πρώτο μήνυμα ήταν, όπως είπε, σχεδόν αμφίσημο: «Τι έγινε τώρα;». Λίγο αργότερα όμως, κατάλαβε πως το χειροκρότημα άργησε λίγο γιατί όλοι έβγαζαν φωτογραφία (αυτό το είδαμε και το νιώσαμε και σε άλλες παραστάσεις).
Βλέποντας μάλιστα μια φωτογραφία από το πίσω μέρος της αίθουσας, αντίκρισε αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «χίλια κινητά» σηκωμένα στον αέρα. Στις επόμενες δύο παραστάσεις, όμως, η εικόνα ανατράπηκε και έγινε πιο… ελληνική. Το χειροκρότημα έγινε αυτόματα και ήταν παρατεταμένο και θερμό, ενώ την τρίτη και τελευταία βραδιά κράτησε περίπου επτά λεπτά, με τους ηθοποιούς να επιστρέφουν στη σκηνή επτά φορές για υπόκλιση φοβερά συγκινημένους.
Το πιο συγκινητικό – για μένα τουλάχιστον- είναι ο τρόπος που υποκλίνονται πάντα οι ηθοποιοί της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Τα χέρια όρθια, ψηλά, σαν μια ανοιχτή αγκαλιά που κλείνει μέσα της το κοινό. Είναι ο χαιρετισμός του Αμφιθεάτρου, ο χαρακτηριστικός χαιρετισμός του θεάτρου των γονιών της.
Και ό,τι συνέβαινε μέσα στην αίθουσα συνεχιζόταν αμέσως μετά έξω από το θέατρο. Οι Κινέζοι θεατές έτρεχαν πίσω από τους Έλληνες ηθοποιούς σαν να επρόκειτο για σταρ του Χόλιγουντ, ζητώντας ένα αυτόγραφο, μια φωτογραφία, αλλά κυρίως μια κουβέντα για όσα είχαν μόλις δει. Δεν αρκούνταν στο να δηλώσουν ότι τους άρεσε η παράσταση, ήθελαν να καταλάβουν πώς είχε στηθεί, πώς λειτουργούσαν τα σώματα των ηθοποιών, γιατί οι ρόλοι και οι σκηνικές λειτουργίες δεν έμεναν ποτέ αυστηρά διαχωρισμένες.
Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες απορίες τους ήταν το πώς ένας ηθοποιός μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως χορευτής, πώς το σώμα γίνεται εξίσου σημαντικό με τον λόγο, αλλά και πώς η Έλενα Τοπαλίδου μπορούσε να είναι πάνω στη σκηνή η θεά Αφροδίτη και ταυτόχρονα να τραβά βίντεο, να γίνεται δηλαδή συγχρόνως πρόσωπο της δράσης και βλέμμα που την καταγράφει. Αυτή η διαρκής μετατόπιση των ρόλων, το μπέρδεμα ανάμεσα στον ηθοποιό, τον χορευτή, τον performer και τον άνθρωπο που παράγει ο ίδιος την εικόνα της παράστασης, ήταν κάτι που τους προκαλούσε πραγματική περιέργεια.
Και ίσως εκεί φαινόταν πιο καθαρά η συνάντηση δύο διαφορετικών θεατρικών παραδόσεων. Για ένα κοινό που έχει μάθει σε πιο σαφείς διαχωρισμούς ανάμεσα στα είδη και στις σκηνικές λειτουργίες, ο «Ιππόλυτος» της Ευαγγελάτου έμοιαζε να ανοίγει συνεχώς νέες ερωτήσεις: ποιος αφηγείται, ποιος παρατηρεί, ποιος χορεύει, ποιος παίζει, ποιος δημιουργεί την εικόνα. Οι θεατές δεν έφευγαν απλώς ενθουσιασμένοι, έφευγαν θέλοντας να καταλάβουν τον μηχανισμό αυτού που μόλις είχαν δει.
Μιλήσαμε ακόμη και με κορίτσια 18 και 19 ετών που είχαν ταξιδέψει στη Γουτζέν ειδικά για το φεστιβάλ και ήθελαν να δουν τον «Ιππόλυτο». Και τότε η εικόνα αποκτούσε κάτι σχεδόν απίθανο: ένα ελληνικό κείμενο δυόμισι χιλιάδων ετών είχε μετατραπεί σε αντικείμενο νεανικού ενθουσιασμού σε μια μικρή υδάτινη πόλη της Κίνας.
Για τον Ορέστη Χαλκιά το ταξίδι είχε και μια ακόμη διάσταση, καθώς επέστρεφε σε έναν ρόλο που είχε ήδη παίξει πριν από τρία χρόνια και μπορούσε τώρα να τον συναντήσει έχοντας ο ίδιος αλλάξει και ωριμάσει. «Το σώμα θυμάται», μου είπε, εξηγώντας ότι τα λόγια του Ιππόλυτου δεν τα είχε ξεχάσει. Το σημαντικότερο όμως ήταν κάτι άλλο: η αίσθηση ότι μια ιστορία μπορεί να εγκαταλείψει τον τόπο όπου γεννήθηκε και να συνεχίσει αλλού τη ζωή της. «Αυτό κανονικά πρέπει να είναι το θέατρο για μένα», είπε. «Κάτι που ταξιδεύει, κάτι που μοιράζεται».
Το νερό της Γουτζέν και το νερό του «Ιππόλυτου»
Η Κόρα Καρβούνη έκανε μια παρατήρηση που, όταν τη ζεις εκεί, αποκτά ιδιαίτερη δύναμη. Η ίδια η Γουτζέν μοιάζει να επικοινωνεί με τον κόσμο της παράστασης. Πρόκειται, όπως μου είπε, για ένα πολύ παλιό και πανέμορφο υδάτινο χωριό που συνδέεται με τη φύση, το νερό και με έναν τρόπο σχεδόν οργανικό με τον «Ιππόλυτο», μια παράσταση που μιλά για τον έρωτα, την Άρτεμη, την Αφροδίτη και που έχει το ίδιο το νερό ως βασικό στοιχείο του σκηνικού της.
Το βράδυ αυτή η σύνδεση γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Τα φώτα καθρεφτίζονται στα κανάλια, οι βάρκες περνούν αργά, από ένα κτίριο ακούγονται φωνές μιας παράστασης και λίγα μέτρα πιο πέρα μια άλλη ομάδα παίζει στον δρόμο. Το θέατρο δεν βρίσκεται απλώς μέσα στην πόλη. Έχει εισχωρήσει στον τρόπο με τον οποίο κινείται, ακούγεται και φωτίζεται.
Ένα παράθυρο προς τον κόσμο – αλλά όχι ορθάνοιχτο
Ο Stan Lai μου είπε ότι από την πρώτη ημέρα είχαν έναν συγκεκριμένο στόχο: να γίνει η Γουτζέν «ένα παράθυρο μέσα από το οποίο η Κίνα θα βλέπει τον κόσμο μέσω του θεάτρου και ο κόσμος θα βλέπει την Κίνα μέσω του θεάτρου». Το φεστιβάλ χτίστηκε πάνω σε τέσσερις σταθερούς πυλώνες: τις προσκεκλημένες παραστάσεις, τον διαγωνισμό νέων δημιουργών, τους δημόσιους διαλόγους και το δωρεάν θέατρο που καταλαμβάνει τους δρόμους της πόλης.
Η εικόνα αυτού του «παραθύρου», βέβαια, αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος όταν θυμηθεί κανείς σε ποια χώρα βρίσκεται. Στην Κίνα η τέχνη δεν κινείται σε ένα περιβάλλον απόλυτης ελευθερίας. Περνά από ελέγχους και περιορισμούς, όπως άλλωστε και η ενημέρωση και η πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το ζεις στην καθημερινότητα: όσο κι αν έκανα ζάπινγκ στο ξενοδοχείο, η παγκόσμια ενημέρωση όπως τη γνωρίζουμε στην Ευρώπη ουσιαστικά απουσίαζε, ενώ χωρίς VPN η πρόσβαση σε πολλές από τις ιστοσελίδες και τις πλατφόρμες που χρησιμοποιούμε καθημερινά ήταν αδύνατη.
Ακόμη και ο «Ιππόλυτος» δεν έφτασε στη σκηνή της Γουτζέν ακριβώς όπως τον είδαμε στην Ελλάδα. Η προκλητική στιγμή του ονείρου του Ιππόλυτου, που προβάλλεται σε βίντεο, είχε «θολώσει» για το κινεζικό κοινό, ενώ στο τέλος της παράστασης το γυμνό που είχαμε δει στην Ελλάδα αντικαταστάθηκε από εσώρουχα στο χρώμα του δέρματος. Η ίδια η Κατερίνα Ευαγγελάτου ανέφερε στη συζήτησή μας ότι στην Κίνα δεν μπορούσε να υπάρχει γυμνό και ότι στη συγκεκριμένη σκηνή οι ηθοποιοί φορούσαν εσώρουχα, σε αντίθεση με την Επίδαυρο.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της Γουτζέν. Οι Κινέζοι θεατές βλέπουν παραστάσεις από όλο τον κόσμο, αλλά όχι πάντοτε ακριβώς έχουν “χτιστεί”. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτούς τους περιορισμούς, το γεγονός ότι μπορούν να συναντήσουν στη σκηνή την «Αγριόπαπια» του Τόμας Οστερμάγιερ, τον «Ιππόλυτο» της Κατερίνας Ευαγγελάτου ή το «Cosmos» της Maëlle Poésy, παραγωγή του Théâtre Dijon-Bourgogne, έχει από μόνο του μεγάλη σημασία.
Και οι παραστάσεις μπορεί κάποιες φορές να φτάνουν εκεί στη Μακρινή Ανατολή σε πιο ελεγχόμενες και πιο «ήπιες» εκδοχές τους, αλλά φτάνουν. Και αυτό, σε μια χώρα όπου η επαφή με τον έξω κόσμο περνά συχνά μέσα από φίλτρα, δεν είναι μικρό πράγμα. Το θέατρο γίνεται έτσι ένας ακόμη χώρος μέσα από τον οποίο μπορεί να περάσει κάτι διαφορετικό, έστω φιλτραρισμένο, μπροστά στα μάτια ενός νεανικού κοινού που δείχνει να το αναζητά με πραγματική λαχτάρα.
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα που χρησιμοποιεί ο Meng Jinghui αποκτά εδώ μια ακόμη διάσταση. Το θέατρο, λέει, είναι σαν ένα καράβι που μεταφέρει κάτι αόρατο και προσπαθεί να το κάνει ορατό μπροστά στους θεατές. Στη Γουτζέν αυτό το καράβι περνά μέσα από στενά περάσματα, αλλά συνεχίζει να ταξιδεύει.
«Συγκινητικό»
Η Κόρα Καρβούνη χρησιμοποίησε μια άλλη λέξη όταν τη ρώτησα πώς της φαίνεται ότι ένα τέτοιο φεστιβάλ έχει στηθεί σε αυτή την πόλη: «Συγκινητικό». Γιατί, όπως είπε, βλέπεις ανθρώπους που φροντίζουν ταυτόχρονα τον πολιτισμό και τον τόπο τους, που φέρνουν παραστάσεις από ολόκληρο τον κόσμο και επιχειρούν μέσα από αυτές να ανοίξουν τους ορίζοντες του κοινού τους.
Νομίζω ότι αυτή είναι τελικά και η λέξη που κρατώ περισσότερο από το ταξίδι.
Όχι μόνο επειδή είδα μια ελληνική παράσταση να γνωρίζει τέτοια αποδοχή χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Επίδαυρο, αλλά επειδή είδα κάτι που στην ευρωπαϊκή καθημερινότητα έχουμε αρχίσει ίσως να θεωρούμε σχεδόν ουτοπικό: νέους ανθρώπους να κάνουν ουρές για το θέατρο, να τρέχουν για να προλάβουν την επόμενη παράσταση, να γεμίζουν αίθουσες για μια συζήτηση γύρω από τη σκηνοθεσία, να περιμένουν μετά για να ρωτήσουν πώς γεννιέται μια θεατρική εικόνα και να ενθουσιάζονται με έναν Ευριπίδη γραμμένο πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
Ο Stan Lai θυμάται ότι στην αρχή έπρεπε σχεδόν να πείσουν τους ξένους καλλιτέχνες να έρθουν σε έναν τόπο που κανείς δεν γνώριζε. Σήμερα, όπως λέει, όλοι θέλουν να έρθουν. Ο ίδιος αποδίδει την επιτυχία του φεστιβάλ στη φιλία τεσσάρων ανθρώπων και σε ένα κοινό, καθαρό όραμα.
στους θεατές που περιμένουν ολόκληρη τη χρονιά για να επιστρέψουν στη Γουτζέν και να ζήσουν ξανά για λίγες ημέρες μέσα στο θέατρο.
Και αφού το είδα από κοντά, καταλαβαίνω γιατί. Κάπου ανάμεσα στα κανάλια, στις γέφυρες και στα ασφυκτικά γεμάτα σοκάκια αυτής της παράξενης πόλης, ο Ευριπίδης βρέθηκε ξανά ολοζώντανος, στην άλλη άκρη του κόσμου, μπροστά σε εκατοντάδες νέους ανθρώπους που περίμεναν τον «Ιππόλυτο» με τον ενθουσιασμό που θα περίμεναν έναν σούπερ σταρ.”
Πηγές: news247.gr και lifo.gr και aefestival.gr


















