Σαν σήμερα, η σφαγή 8000 Ιταλών της Μεραρχίας «Acqui», από τους Ναζί στην Κεφαλονιά
de Facto
21/09/2026 | 10:38

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1943, σαν σήμερα, και για τρία εικοσιτετράωρα, κορυφώθηκε η σφαγή της ιταλικής μεραρχίας «Acqui» από τη γερμανική Βέρμαχτ.

Οι πρώην σύμμαχοι στον Άξονα σφάγιασαν περίπου 5.200 Ιταλούς στρατιώτες, με το γεγονός να καταγράφεται ως η πρώτη σημαντική μεγάλη πράξη Αντίστασης των Ιταλών εναντίον των ναζί και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου της Βέρμαχτ στη νότια Ευρώπη.

Τα γεγονότα της Κεφαλλονιάς

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, η κυβέρνηση του Ιταλού στρατάρχη Μπαντόλιο, έπειτα από διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους, συνθηκολογεί και υπογράφει ανακωχή. Σε απάντηση, ο Χίτλερ διέταξε την άμεση κατάληψη των ιταλικών θέσεων από τη Βέρμαχτ, με τις γερμανικές δυνάμεις να δίνουν τελεσίγραφο στους πρώην συμμάχους τους: ή θα αφοπλιστούν άνευ όρων ή με τη χρήση βίας.

Σύμφωνα με τον Νέιθαν Στόλτζφους, αφυπηρετήσαντα καθηγητή στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, οι περισσότερες ιταλικές στρατιωτικές μονάδες παραδόθηκαν αμαχητί, όμως η αντίσταση της Μεραρχίας «Άκουι» (Acqui) της 11ης Ιταλικής Στρατιάς, στο νησί της Κεφαλλονιάς, αποτέλεσε την πιο αξιοσημείωτη εξαίρεση.

Τον Ιούνιο του 1943, ένας διακεκριμένος στρατηγός – επί μακρόν θεωρούνταν το δεξί χέρι του Μπαντόλιο– μετατέθηκε από Ιταλική Ανώτατη Διοίκηση σε μια ήσυχη φρουρά στο Ιόνιο. Το νησί ήταν η Κεφαλλονιά και μονάδα του η Μεραρχία «Acqui», η οποία αριθμούσε περίπου 11.500 άνδρες. Με την άφιξή του στρατηγού Αντόνιο Γκαντίν, ενισχύθηκε τόσο το έμψυχο δυναμικό της ιταλικής φρουράς, όσο και η γερμανική δύναμη, με ένα σύνταγμα περίπου 1.800 ανδρών, το οποίο βρισκόταν στη χερσόνησο της Παλικής (δυτική πλευρά της Κεφαλλονιάς).

Η ενίσχυση αυτή είχε συμφωνηθεί στην Αθήνα από τον στρατηγό Λοχρ (διοικητής της Ομάδας Στρατιών Ε της Βέρμαχτ) και τον στρατηγό Βεκιαρέλι (διοικητής της 11ης Ιταλικής Στρατιάς, στην οποία υπαγόταν η Μεραρχία Acqui), και θεωρήθηκε από τον συγγραφέα ως σχέδιο των ναζί για δημιουργία ενός προγεφυρώματος στο μεγαλύτερο νησί του Ιονίου, παρά μια στρατηγική αναγκαιότητα. Ως προς την ανάπτυξη του γερμανικού συντάγματος, δεν αποσαφηνίζεται ο ρόλος του Γκαντίν, ωστόσο αποτέλεσε μια κίνηση σύμφωνη με την «Επιχείρηση Achse» (Operation Achse), το σχέδιο που εκπόνησε η γερμανική διοίκηση το δεύτερο μισό του Μαΐου του 1943 για την αντιμετώπιση του ενδεχομένου ιταλικής συνθηκολόγησης με τους Συμμάχους.

Μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς των στρατευμάτων, η οποία πραγματοποιήθηκε το πρώτο μισό του Αυγούστου του 1943, όχι μόνο έτυχε της έγκρισής του Γκαντίν, αλλά ήταν μια κίνηση που αποφάσισε ο ίδιος ως στρατιωτικός διοικητής του νησιού, ο οποίος είχε φιλογερμανικά αισθήματα.

Η ανακοίνωση της συνθηκολόγησης και τα γεγονότα

Το διάγγελμα του Μπαντόλιο έφτασε στην Κεφαλλονιά στις 8:30 μ.μ. της 8ης Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, τα ιταλικά στρατεύματα ήταν προετοιμασμένα για πιθανή επίθεση από τον γερμανικό στρατό. Την επομένη, ο στρατηγός Βεκιαρέλι έσπευσε να υπογράψει τη συνθηκολόγηση ολόκληρης της 11ης Στρατιάς (άνω των 170.000 ανδρών), εμπιστευόμενος τις γερμανικές διαβεβαιώσεις ότι το σύνολο της δύναμης θα επαναπατριζόταν άμεσα.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε ώστε κι άλλες στρατιές να συνθηκολογήσουν και ελάχιστες να εναντιωθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε ο ναύαρχος Μασέρπα στη Λέρο, ο οποίος άντεξε τη γερμανική επίθεση για πενήντα ημέρες. Στην Κεφαλλονιά, η αναγγελία της ανακωχής προκάλεσε ενθουσιασμό τόσο στα ιταλικά στρατεύματα όσο και στον ελληνικό πληθυσμό, με την ανακωχή να θεωρείται ως το τέλος του πολέμου, επιστροφής των Ιταλών στις εστίες τους και το τέλος της κατοχής για τους Έλληνες.

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Αρχής γενομένης από την 9η Σεπτεμβρίου, ο διοικητής των γερμανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στο νησί Γιόχανες Μπάργκε απαίτησε από τον Γκαντίν την παράδοση των όπλων. Ο Ιταλός στρατηγός προσπάθησε να κερδίσει χρόνο, αναμένοντας ακριβέστερες οδηγίες από την Ανώτατη Διοίκηση, αγνοώντας όμως τα ανησυχητικά σημάδια από τον αφοπλισμό των γειτονικών ιταλικών φρουρών.

Την 11η Σεπτεμβρίου, ο Γκαντίν συναντήθηκε με τον Μπάργκε. Αποδεχόμενος την απαίτηση του Γερμανού αξιωματικού και σε κλίμα καλής θέλησης, διέταξε η ιταλική φρουρά να εγκαταλείψει τον κόμβο στα Καρδακάτα και στα γύρω υψώματα. Με σκοπό την καλύτερη διαπραγμάτευση της παράδοσης των όπλων με αντάλλαγμα τον επαναπατρισμό ολόκληρης της μεραρχίας, παρέδωσε άνευ όρων ένα οχυρό σημείο, το οποίο ήλεγχε τις οδούς πρόσβασης προς τη γερμανοκρατούμενη χερσόνησο της Παλικής, καθώς και τη σύνδεση με το βορειοανατολικό άκρο του νησιού. Αυτή η κίνηση είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή από το υπόλοιπο εκστρατευτικό σώμα.

Παρά τα φιλογερμανικά του αισθήματα, ο Γκαντίν συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο για να ακούσει τις προθέσεις των διοικητών των διαφόρων μονάδων. Το Ναυτικό, το Πυροβολικό και οι Καραμπινιέροι τάσσονται υπέρ της αντίστασης στις γερμανικές απαιτήσεις. Το Πεζικό δεν εξέλαβε αρνητικά την εγκατάλειψη των Καρδακάτων, θεωρώντας ότι αποτέλεσε απλώς συνθηκολόγηση μπροστά στη γερμανική πίεση. Ωστόσο, πυροδοτήθηκε ένα κύμα εξέγερσης που κλιμακώνεται σταδιακά, για να ξεσπάσει τελικά τις επόμενες ημέρες με ανοιχτή αμφισβήτηση προς το πρόσωπο του Γκαντίν.

Στο μεταξύ, οι Γερμανοί καταπατώντας δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει λιγότερο από 48 ώρες νωρίτερα, ξεκίνησαν να μεταφέρουν από την ηπειρωτική χώρα τις πρώτες μονάδες της 1ης Ορεινής Μεραρχίας «Έντελβαϊς» (Edelweiss).

Την 12η Σεπτεμβρίου, κατέφτασε διαταγή από το Μπρίντιζι να «θεωρούνται τα γερμανικά στρατεύματα ως εχθρικά στρατεύματα». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Γκαντίν διέταξε περαιτέρω μετακινήσεις μονάδων, τις οποίες τα στρατεύματα εξέλαβαν ως ενδείξεις επικείμενης παράδοσης. Γι’ αυτό ορισμένες μονάδες ζήτησαν ακρόαση από τον στρατηγό τους, με σκοπό να τον ενημερώσουν ότι δεν θα δέχονταν οποιαδήποτε παράδοση των όπλων. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 12ης προς 13η Σεπτεμβρίου, οι ιταλικές πυυροβολαρχίες μέσου διαμετρήματος στην Punta San Giorgio και στα Χαβριάτα, στη χερσόνησο της Παλικής, κυκλώθηκαν από γερμανικές δυνάμεις και εξαναγκάστηκαν να παραδοθούν. Παρόμοια τύχη είχαν και οι φρουρές των Καραμπινιέρων και της Guardia di Finanza στο Ληξούρι.

Την 13η Σεπτεμβρίου ξεκίνησαν οι πρώτες αντιδράσεις. Νωρίς το πρωί, το παρατηρητήριο του Ναυτικού στο Ακρωτήριο Μούντα (νοτιοανατολικό άκρο του νησιού) εντόπισε δύο γερμανικά πλωτά μέσα που έρχονταν από την ελληνική ηπειρωτική χώρα, μεταφέροντας στρατεύματα και πυροβολικό με κατεύθυνση το λιμάνι του Αργοστολίου.

Παρά το γεγονός ότι οι άνδρες του Γκαντίν δεν είχαν λάβει μέρος σε καμία μάχη, άνοιξαν πυρ στις γερμανικές δυνάμεις. Το ένα πλωτό μέσο βυθίστηκε, ενώ το άλλο, αφού χτυπήθηκε, άλλαξε πορεία και αγκυροβόλησε στο Ληξούρι. Γύρω στο μεσημέρι, ένα γερμανικό υδροπλάνο κατάφερε να προσθαλασσωθεί στα νερά ανοιχτά του Αργοστολίου. Εκείνο το βράδυ, ο Γκαντίν διεξήγαγε μια διαδικασία που συχνά αποκαλείται δημοψήφισμα, η οποία έδειξε ότι η σαφής βούληση των στρατιωτών της «Acqui» ήταν να προβάλουν αντίσταση στη Βέρμαχτ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες επιζώντων.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Γκαντίν αποφάσισε να δράσει, ενημερώνοντας τη γερμανική διοίκηση ότι η Μεραρχία «Acqui» δεν θα παραδιδόταν και θα προέβαλλε αντίσταση σε κάθε απόπειρα αφοπλισμού.

Στις 15 Σεπτεμβρίου, ενώ ο στρατηγός Γκαντίν καθυστερούσε για να υπαγορεύσει τους όρους του στον εχθρό, ξεκίνησε η επίθεση των αεροσκαφών Stuka, μια επιχείρηση που θα ολοκληρωνόταν οκτώ ημέρες αργότερα με την παράδοση της Μεραρχίας «Acqui». Οι δυνάμεις της μεραρχίας ήλπιζαν σε συμμαχική αεροπορική υποστήριξη, η οποία όμως δεν ήρθε ποτέ.

Στις 18 Σεπτεμβρίου, ο Χίτλερ διέταξε τη Βέρμαχτ να μην πάρει αιχμαλώτους κατά την καταστολή της αντίστασης της «Acqui». Ανάμεσα στους Γερμανούς στρατιώτες που αποβιβάστηκαν και άρχισαν να επιτίθενται στην Άκουι (Acqui) εκείνη την ίδια μέρα, κυριαρχούσαν τα στρατεύματα ορεινών καταδρομών (Gebirgsjäger), τα οποία είχαν πρόσφατα προκαλέσει αιματηρά και βάρβαρα αντίποινα εναντίον αμάχων σε ελληνικά χωριά. Στις τάξεις τους περιλαμβάνονταν στρατιώτες του 12ου Λόχου του 98ου Συντάγματος, οι οποίοι έναν μήνα νωρίτερα είχαν διενεργήσει το κατ’ ευφημισμόν αποκαλούμενο από τους ίδιους «εξισορροπητικό μέτρο» (Sühnemassnahme), σφαγή δηλαδή στο χωριό Κομμένο στην Άρτα, υπό τη διοίκηση του Κλέμπε (Klebe).

Η κορύφωση της σφαγής στην Κεφαλλονιά

Από τις 21 Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε η μαζική εξόντωση. Η Βέρμαχτ άρχισε να πυροβολεί χωρίς έλεος τους Ιταλούς που είχαν ήδη παραδοθεί.

Μέχρι τις 24 Σεπτεμβρίου, περίπου 5.200 Ιταλοί στρατιώτες είχαν εκτελεστεί με αυτόν τον απάνθρωπο τρόπο. Η σφαγή των ημερών κορυφώθηκε εκείνη την ημέρα με την εκτέλεση του Γκαντίν και άλλων 136 Ιταλών αξιωματικών στο «Κόκκινο Σπίτι» των Αγίων Θεοδώρων.

Με την κατάπαυση του πυρός, από τους περίπου 12.000 Ιταλούς στρατιώτες που βρίσκονταν στην Κεφαλλονιά κατά τη στιγμή της ανακωχής, 6.800 μεταφέρθηκαν στην ηπειρωτική χώρα ως αιχμάλωτοι (με περίπου 1.300 να χάνουν τη ζωή τους κατά τη μεταφορά), 1.300 κρατήθηκαν στο νησί και 3.900 έχασαν τη ζωή τους: περίπου 1.300 σκοτώθηκαν στη μάχη και περίπου 2.600 εκτελέστηκαν από εκτελεστικό απόσπασμα.

Οι στρατιώτες που γλίτωσαν μετά τις εκτελέσεις της περιόδου 21-24 Σεπτεμβρίου είχαν διαφορετικές τύχες. Μια πρώτη ομάδα —αποτελούμενη από περίπου χίλιους άνδρες, στους οποίους προστέθηκαν αργότερα άλλοι 300 από την ηπειρωτική χώρα— έμεινε αιχμάλωτη από τους Γερμανούς στο νησί. Μια δεύτερη, μεγαλύτερη ομάδα, αρνούμενη να συνεργαστεί με τους ναζί, διασκορπίστηκε σε στρατόπεδα στο βορειοανατολικό τμήμα της ηπείρου. Μια τελευταία, μικρότερη ομάδα —περιλαμβάνονταν και οι 37 αξιωματικοί που είχαν γλιτώσει στο «Κόκκινο Σπίτι» και είχαν δηλώσει πρόθυμοι να συνεργαστούν με τα γερμανικά στρατεύματα και, στη συνέχεια, με τον στρατό που συγκροτούνταν τότε για την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία (RSI)— μεταφέρθηκε σε στρατόπεδα στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου του Münsingen.

Ο επαναπατρισμός των τριών ομάδων σημειώθηκε σε διαφορετικές χρονικές στιγμές: οι αξιωματικοί της τρίτης ομάδας, έχοντας ενταχθεί στον στρατό της RSI, ήταν οι πρώτοι που επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Ορισμένοι εξ αυτών —συμπεριλαμβανομένων των βασικών προσώπων στα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω— επαναπατρίστηκαν μεταξύ του τέλους Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου του 1944.

Η ομάδα που παρέμεινε στην Κεφαλλονιά επαναπατρίστηκε στις 14 Νοεμβρίου 1944. Η τρίτη ομάδα αντιμετώπισε πολύ πιο τραγική μοίρα λόγω των δεινών (πείνα, κρύο, ασθένειες, καταναγκαστική εργασία) που υπέστη στα στρατόπεδα εγκλεισμού, τα οποία προκάλεσαν τον θάνατο άγνωστου, μέχρι σήμερα, αριθμού κρατουμένων.

Πηγή: documentonews.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ