
Γράφτηκε στις 26, Φλεβάρη, 2010
Ήτανε μια Κυριακή απόγευμα, Φλεβάρη 2010, έπεφτε η μέρα χρονικά κατά τα μισά του μήνα, και ήταν λίγο θολή στη συννεφιά της, μα ήπια στο κλίμα της, κι εγώ προχωρούσα ποδαράτο με λίγο σιγανό τραγούδι στα χείλη, με ένα σακίδιο μικρό, οπού’ χε χαρτιά για να σημειώνω τα ερευνητικά μου και δυο μολυβόπενες και πήγαινα κατά τη μεριά του Κεχριώνα προς το λόφο του Δανάλη, όπου ξαφνικά συνάντησα έναν γνωστό στους παλιούς, έναν τύπο του Ληξουρίου, τον Άγγελο τον Κατερέλο.
Ντυμένος αγροτικά, με κάτι παπούτσια, κομψά θα τα έλεγα, με ψηλές χονδρές κάλτσες, με το ζωνάρι του στη μέση και στο κεφάλι ένα καπέλο ναυτικό, που όπως μας έλεγε, όταν τον ρωτούσαμε…
– «Πού το βρήκες εφκείνο το πηλίκιο;»
-« Παιδί μου αυτό το φορώ από παιδιόθεν..».
Λάτρευε τις στρατιωτικές στολές και ωσάν ένστολος στο μυαλό του ζούσε την κάθε μέρα. Έτσι, ήταν ο Άγγελος Κατερέλος πάντα κομψοντυμένος στην περιγραφή του και στη σπιρτόζικη και νευρική περπατησιά του.
Κρατούσε ένα μεγάλο ξύλο, όπου στην αρχή νόμιζα πως το χρειάζεται για να φτιάξει μια κοσσιά και στο άλλο χέρι ένα μεγάλο παλιό ρολόι κουρδιστό, όπου είχε ένα χερούλι γυριστό για πιαστήρι, βολικό στα μακριά χέρια του Άγγελου Κατερέλου.
Τον ερώτησα, πού το πάει εφκείνο το ρολόι;,
Μού απάντησε:
– «Άκου ορέ, τούτο το ρολόι είναι ο κολέας μου!, τού κάνω περίπατο».
Άρχισα να αναμοχλεύω το μυαλό μου, να κατανοήσω τα μυστηριακά λόγια του Άγγελου. Ξέραμε και βλέπαμε γι’ αυτό τον τύπο, πως μόνος του είναι, μόνος του λογίζεται και διανοείται, μόνος του παλεύει με τη γη και τις εργασίες που σκαρφιζότανε. Υπήρχαν στιγμές που ερχόταν στα συγκαλά του και τότενες έβλεπες έναν άλλον Άγγελο Κατερέλο.
Έναν Άγγελο, όπου η υπομονή, η χαλαρότητα των λόγων του και το ήπιο του χαραχτήρα του, σε κέρδιζαν φιλικά.
Στα παλιά λόγια των ανθρώπων του Ληξουρίου, υπήρχαν κάτι ψήγματα λεκτικής παράδοσης, πως, μια βαριά αμαρτία … «Μια άμοιρη μάνα που το κορίτσι της διακορεύτηκε…., για ένα παιδί που δεν γεννήθηκε, για μια γελασιά γάμου, ειπώθηκε στου φεγγαριού το ημίφως η κατάρα, – «Ποτές να μη βρουν τα παιδιά του φταίχτη, ησυχία, το μυαλό τους να είναι θολωμένο σαν το παγωμένο τζάμι του χειμώνα!». Αυτό είχα μάθει από μια γιαγιά στο Ληξούρι. Ποιος ξέρει τι συνέβηκε;! Ίσως να είναι κι έτσι! Ίσως και όχι. Όμως δε συγχωρούν οι «άτιμες ενέργειες» και τιμωρούν από μόνες τους, την πράξη της ανομίας! Πάντα ο νόμος καραδοκεί να δώσει την πληρωμή, και στο καλό και στο κακό, ανάλογα!
Πάντως, ο λαός θεωρούσε πως μια σχιζοφρένεια ήταν αυτή που ζούσε ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Ο Άγγελος με όλα του τα προβλήματα, ήταν μια ψυχούλα, ήταν ένας καλός άνθρωπος που όργωνε τη γη με τα χέρια του και το μυαλό του, γιατί μόνο τη μάνα γη καταλάβαινε, που του έδινε φαγητό και κείνος τη δούλεψή του. Ήταν ανενόχλητος, σαν το «παγωμένο βαμβακερό νερό», που σχήμα ελεύθερο παίρνει στα μάτια των άλλων.
Πιάσαμε τη συζήτηση, εκείνος ασταμάτητα έπλεκε λόγους με δική του νόηση. Είχαν μέτρημα όμως τα λόγια του, μιλούσε για το σπίτι, για τα πατερά, που πρέπει να φτιάξει και να αποκαταστήσει τα παλιά, μιλούσε για μορφοείδωλα, που δεν μπόρεσα να τα νοήσω ποτές μου, πολλά -πολλά και διάφορα και καθώς μιλούσε «φτερούγιζαν» τα χέρια του εδώ κι εκεί , για να δομήσει καλύτερα τις λεκτικές εικόνες του.
Και πιάσαμε την κουβέντα, εκείνος για τα δικά του, τα μακρινά που όλο τα έφερνε ομπροστά του κι εγώ για το ρολόι του. Αφού κατάφερα και μπατάρισα τα λόγια του για το ρολόι, που όλες τις ημέρες το έχει μαζί του, κατάλαβα πως, εφκείνος ο τύπος του Ληξουρίου, « Ο της καθ’ ημάς κινουμένης…» ή «το αδιάφορο και κατακριτέο του κόσμου», ξέρει καλύτερα το χρόνο από εμάς, όπου τρέχουμε μέρα – νύχτα μέσα στην απληστία και τη ματαιοδοξία, χωρίς να νοιώθουμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε, ότι δεν έχουμε Ποιότητα Ζωής!
Έπιασα το ρολόι στα χέρια μου, κατάλαβα πως ήταν ρολόι παλιού καραβιού, με επιπρόσθετο ένα χερούλι.
-Τι το κοιτάς, εε ; Τι το ψαχουλεύεις, ρολόι είναι. Είναι παλιό, πολύ παλιό, μα ασταμάτητο, το’ χω 60 χρόνια.
Κι αρχίζει ένα μονόλογο, που κρίμα που δεν είχα τον τρόπο να τον ηχογραφήσω..
«Το ρολόι φίλε μου, μου είπε με σπιρτόζικο τρόπο, δεν έχει δικαίωμα να ξεκουραστεί… όλη μέρα και νύκτα και κάθε στιγμή δουλεύει για να σου θυμίζει το χρόνο σου, ενώ ο κάθε άνθρωπος ρυθμίζει τη δουλειά του όπως θέλει, έχει και το ρεπάσο του, έχει και την ξαπλωταριά του. Πόσο άδικοι –είσαστε- οι άνθρωποιιιι».
-Καλά κ. Άγγελε και εσύ γιατί το κουβαλάς μέρα – νύχτα κοντά σου;
-«Του κάνω συντροφιά, για πες μου… αυτό δεν έχει δικαίωμα να έχει φίλους, να έχει μια συντροφιά; Όλες τις μέρες και τις στιγμές αυτό δουλεύει, αυτό κινείται, αυτό έχει το πρόγραμμά του. Εγώ του μιλάω και μου μιλά, και επειδή τα αυτιά μου πεσμένα από χρόνια είναι, το τοποθετώ σε μια μεγάλη κατσαρόλα, το βάζω ομπροστά και όταν θέλω να μου δώσει νόημα χρόνου, ετότενες, οργίζεται ο ήχος του μέσα στο κατσαρολικό, και αντιβουίζει και καταλαβαίνω τη στιγμή μου».
Καλά, και είναι ανάγκη να το παίρνεις μαζί σου ακόμη και στον κάμπο σου..;
-«Γιατί να μην τον έχω μαζί μου; τον κολέα μου, σου είπα, όλη μέρα και νύκτα εργάζεται, δε θέλει να ακούσει μια φράση μου;, ένα αναστεναγμό μου;, να έχει μια συντροφιά;. Στο σπίτι μου είμαστε εγώ και το ρολόι μου, το κουρδιστό. Γιατί να τ’ αφήσω έρημο και μοναχό του… επειδή εσύ που με ρωτάς, νομίζεις πως δεν έχει ψυχή; Ζούμε μαζί μια μοναξιά.
Έχει το ρολόι ψυχή και μάλιστα μεγάλη ψυχή… για νόησε ορέ, πόσοι και πόσοι φεύγουν απ’ τη ζωή και γράφουν πάνω στο χαρτί την ώρα του ρολογιού για την τελευταία τους φροντίδα, πόσοι μετρούν την κάθε στιγμή τους με την ώρα που τους δίνει το ρολόι… στα πάντα είναι αυτός, ο κολέας μου, που μετρά και «σερβίρει το χρόνο σας».
Και στην Αθήνα που πήγαινα και στο Αργοστόλι μαζί μου σε μια κατσαρόλα το είχα, αυτό είναι το ρολόι μου, παρηγοριά και φίλος, αδελφός και «ιστορίτης».
Μόλις άκουσα τη λέξη «ιστορίτης» φαγώθηκα να την κατανοήσω, να τη συνδέσω, να την εξηγήσω…
Ο Άγγελος Κατερέλος ήταν στην πιο ήπια μορφή του, «γνωστικός», χαλαρωμένος και παραδομένος στην εμπιστοσύνη που του έδειξα…!
-«Τι γελάς και απορείς συγχρόνως;, μου λέει με στόμφο. Ναι, το ρολόι μου, είναι «ιστορίτης».
Ευτυχώς, που από την αρχή, στο δικό μου συντρόφι, το σημειωματάριό μου δηλαδή, που πάντα με ακολουθεί, όταν αμολιέμαι στα ξέφωτα και στα ανάρια του κάμπου και στα βουνά «μου επίτρεψε» να κρατήσω σημειώσεις. Ότι προλάβαινα και εκείνος άρχισε:
«Για σκέψου, ορέ, πόσες είναι οι ώρες οι γραφόμενες, 12 δεν είναι; Πόσοι είναι οι Απόστολοι, 12 δεν είναι; Πόσοι ήταν εφκείνοι οι λεβέντες μεγάλοι θεοί, 12 δεν είναι; Πόσοι είναι οι μήνες; 12 δεν είναι; και ένα σωρό τέτοιες μεταφορές και ερωτο- απαντήσεις που τις έκανε μόνος του.
Εννόησες ορέ, γιατί το ρολόι έχει ψυχή… αν και πράγμα, μεταφέρει όλη την ιστορία, κινείται, σε εξυπηρετεί και μεις είμαστε αχάριστοι.” .!
Για να μην κουρλαθώ, του είπα… και την αλήθεια
– «Άγγελε έχεις δίκιο, απόλυτο δίκιο» Και φίλε μου, μου έδωσε απότομα το χέρι του για να με συγχαρεί…! Ω Θεέ μου! είπα με το μυαλό μου… τώρα αρχίζω κι εγώ να έρχομαι στα ίσια μου!
Αφού ειπώθηκαν πολλά, τριγυρισμένα μέσα στην ιστορία, άλλα ίσια κι άλλα στραβά, μου αμόλησε μια παρόλα ερωτηματική, όπου ευτυχώς κι εγώ είχα ενεργοποιήσει τον μηχανισμό μου κι άντεξα το παιχνίδι της δικής του νόησης.
-«Εφκιού που κάθεσαι κοντά μου και με γλέπεις με το ναυτικό μου καπέλο, πές μου μια κουβέντα, που να ξυπνάει το Σήμερα». Δεν τα έχασα, είναι αλήθεια, όμως, δεν περίμενα από τον Άγγελο Κατερέλο μια τέτοια ερώτηση, « πες μου μια κουβέντα, που να ξυπνάει το Σήμερα!»
Να σου πω, φίλε Άγγελε. Και ήρθε στο μυαλό μου από παλαιότερό μου κείμενο, σε δοκίμιο ζωής, η φράση μου.
«Στη ζωή , πήγαινε στραβά για να’ βγεις ίσια,
πήγαινε ίσια για να’ βγεις στραβά»
Χαμός, χαμός ατελείωτος ό Άγγελος μετέφρασε και περίγραψε τη φράση μου με τέτοια δική του ανάλυση, που ομολογώ δεν μπόρεσα να εισέλθω «στα πνευματικά του δώματα».
Για να παρηγορηθώ θυμήθηκα τη εκκλησιαστική φράση από τις προφητείες « Δίνε αφορμή στον σοφό, και θα γίνει σοφότερος· δίδασκε τον δίκαιο, και θα αυξηθεί σε μάθηση».
Περπατήσαμε ίσαμε το βόρειο μέρος του Ληξουρίου, και μετά, ο καθένας προχώρησε για τη μεριά του. Ευτυχώς, μου δόθηκε τυχαία η ευκαιρία κάποια φορά και τον βιντεοσκόπησα και τον φωτογράφησα απέξω από το σπίτι του, όπου σμίλευε ένα ξύλο για να το στρώσει στο καλύβι του!
