
Πριν μπούμε στην ουσία της νομοθετικής και κοινωνικής ορθότητας του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, θέλουμε να καταγγείλουμε τον τρόπο διαβούλευσης που η κυβέρνηση επέλεξε να υιοθετήσει. Κατά τη σύνταξη και επεξεργασία του δεν συμμετείχαν ούτε οι τοπικές κοινωνίες ούτε και οι αρμόδιοι φορείς που τελικά θα κληθούν να το εφαρμόσουν και να το υποστούν. Η διαδικασία της διαβούλευσης δεν είναι ανοικτή, αφού κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να διαβάσει τα όσα έχουν υποβληθεί. Το χρονικό διάστημα που επιλέχθηκε η διαβούλευση όχι μόνο είναι μικρό, αλλά όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς του κλάδου είναι πλέον απασχολημένοι με τη δουλειά τους.
Τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από μια πρώτη ανάγνωση του συγκεκριμένου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό είναι:
1. Σε ποιους απευθύνεται;
2. Τι προσπαθεί να ρυθμίσει;
3. Ποιος θα το παρακολουθεί;
4. Ποια θα είναι τα οφέλη της κάθε τοπικής κοινωνίας;
Θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο δεν έρχεται να αξιοποιήσει τα υφιστάμενα οικονομικά χαρακτηριστικά των μικρών κοινωνιών, δεν ενδυναμώνει τις υφιστάμενες μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις και αποκλείει τους μικροϊδιοκτήτες. Συμπερασματικά, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προσβλέπει στην απαξίωση του μικρού κλήρου και στην αλλαγή επιχειρηματικής κλίμακας, προωθώντας οργανωμένες μορφές ανάπτυξης τουρισμού και συμπληρωματικών δραστηριοτήτων, όπως οργανωμένους υποδοχείς τουρισμού, σύνθετα και μεικτά τουριστικά καταλύματα. Τελικά, έρχεται να εξοστρακίσει την τοπική επιχειρηματική δραστηριότητα, ενισχύοντας τις μεγάλες επενδύσεις και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Στην προσπάθεια του νομοσχεδίου να ρυθμίσει τον υπερτουρισμό, όπου αυτός υφίσταται, το κράτος αποποιείται των πραγματικών του ευθυνών που είναι η απουσία βασικών υποδομών Υγείας, το επαρκές και ασφαλές οδικό δίκτυο, η ενεργειακή επάρκεια, τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η διαχείριση απορριμμάτων κ.ά. Αντί λοιπόν το κεντρικό κράτος να ενισχύει με υποδομές την ελληνική περιφέρεια δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης, σου λέει με νόμο: πορέψου με ό,τι έχεις ή δεν έχεις.
Για πρώτη φορά λοιπόν εισάγεται η έννοια της φέρουσας ικανότητας, δηλ. του ορίου αντοχής μιας περιοχής απέναντι στην τουριστική δραστηριότητα. Θεωρητικά πρόκειται για μια ορθή αλλαγή φιλοσοφίας, όπου η τουριστική ανάπτυξη συνδέεται με τις πραγματικές δυνατότητες κάθε τόπου (υδάτινοι πόροι, φυσικό περιβάλλον, υποδομές), στην πράξη όμως το σημείο αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη γκρίζα ζώνη του σχεδίου. Δεν αποσαφηνίζεται ούτε η επιστημονική μεθοδολογία υπολογισμού της ούτε ο φορέας που θα την καθορίζει και θα την παρακολουθεί. Ενώ η φέρουσα ικανότητα θα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία ή μη των μικρών και μεσαίων τουριστικών επιχειρήσεων, για τις μεγάλες επενδύσεις, όπως οι υποδοχείς τουρισμού, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη, δεδομένου ότι λόγω του μεγέθους τους θα έχουν δική τους ενεργειακή επάρκεια, δικούς τους υδάτινους πόρους και δική τους διαχείριση αποβλήτων, με συνέπεια, ενώ θα επιβαρύνουν χωρικά την περιοχή, δεν θα έχουν καμία ανταποδοτικότητα.
Ένα ακόμα παράδοξο αποτελεί το γεγονός ότι το κράτος επιχειρεί να ορίσει οριζόντια το μοντέλο ανάπτυξης και έπειτα να εξετάσει αν οι περιοχές μπορούν πραγματικά να το υποστηρίξουν. Με τη λογική αυτή αντιστρέφεται η βασική αρχή κάθε χωρικού σχεδιασμού, καθότι οι μελέτες φέρουσας ικανότητας προβλέπεται να υλοποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού πρώτα θα έχουν εναρμονιστεί τα περιφερειακά και τοπικά σχέδια με το νέο ειδικό χωροταξικό.
Ενώ ο κάθε χωρικός ή στρατηγικός σχεδιασμός πρέπει να παραμένει ενεργός, να παρακολουθεί και να προσαρμόζεται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών αλλά και στις προκλήσεις της εποχής του, όλοι οι μέχρι και σήμερα εφαρμοσμένοι χωρικοί, χωροταξικοί και στρατηγικοί σχεδιασμοί έχουν όχι μόνο αποτύχει, αλλά έχουν καταπονήσει ανεπανόρθωτα τόσο τις τοπικές οικονομίες όσο και το φυσικό περιβάλλον. Η απουσία επιστημονικών δομών παρακολούθησης και αναπροσαρμογής, καθώς και η εκ του μακρόθεν και οριζόντια επιβολή όλων αυτών των κανονιστικών διατάξεων, όχι μόνο υποβαθμίζει τον ρόλο του πρώτου και του δεύτερου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά αποκόπτει το σύνολο της τοπικής κοινωνίας από τη διαμόρφωση των κοινωνικών και οικονομικών επιλογών της.
Όσον αφορά τη δική μας τοπική κοινωνία, η γη είναι κατακερματισμένη και το τουριστικό προϊόν βασίζεται κυρίως σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η απαίτηση για μεγάλες εκτάσεις οκτώ (8) και πλέον στρεμμάτων αποκλείει στην πράξη τη μικρή και μεσαία ιδιοκτησία από κάθε δυνατότητα τουριστικής αξιοποίησης. Το υπό έγκριση πλαίσιο δημιουργεί επιπλέον προβλήματα στα μικρά μη κύρια τουριστικά καταλύματα και ενοικιαζόμενα δωμάτια που αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά του τουρισμού. Ειδικότερα, με τη διατύπωση του άρθρου 8 παρ. 3 υπάρχει κίνδυνος ακόμα και πλήρους αδυναμίας ανάπτυξης μικρών επιχειρήσεων λόγω σύνδεσης των επιτρεπόμενων κλινών με τις προϋποθέσεις των μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων.
Ένα ακόμα κομβικό σημείο αφορά τις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Ενώ αναγνωρίζεται ότι η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των μισθώσεων τύπου Airbnb και της τουριστικής κατοικίας δημιουργεί τεράστιες πιέσεις στις τοπικές κοινωνίες, δεν προβλέπονται χωρικά όρια και μηχανισμοί ελέγχου. Με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται πλήρως η φυσιογνωμία της περιοχής, να εκτοξεύονται τα ενοίκια και να περιορίζεται η διαθεσιμότητα κατοικίας σε μόνιμους κατοίκους. Χωρίς σαφές χωροταξικό πλαίσιο για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί μια παράδοξη κατάσταση όπου η επίσημη τουριστική ανάπτυξη θα περιορίζεται, αλλά η διάχυτη και δύσκολα ελεγχόμενη τουριστική κατοικία θα αυξάνεται.
Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι ο κάθε χωρικός ή στρατηγικός σχεδιασμός δεν θα πρέπει να είναι αποσπασματικός και οριζόντιος. Εμείς προτάσσουμε ένα μοντέλο ισόρροπης ανάπτυξης που θα εμπεριέχει στον σχεδιασμό και τη στρατηγική του το σύνολο των παραμέτρων, οικονομικών και κοινωνικών, που θα διασφαλίζουν την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα της κάθε τοπικής κοινωνίας, τόσο ως χώρου μόνιμης διαμονής όσο και ως τουριστικού προορισμού. Ο ρόλος του κεντρικού κράτους είναι να εξασφαλίζει την ανταποδοτικότητα των οικονομικών πόρων που εισπράττει και να παρέχει Ασφάλεια, Υγεία, Δικαιοσύνη και Παιδεία σε κάθε σημείο της χωρικής του επικράτειας.
Το σύνολο της ελληνικής περιφέρειας και ιδιαίτερα τα νησιά έχουν άμεση ανάγκη από έναν συνολικό σχεδιασμό διαχείρισης φυσικών και ανθρώπινων πόρων, που θα εξασφαλίζει όχι μόνο την επιβίωση των εναπομενόντων κατοίκων, αλλά θα δημιουργεί συνθήκες επαναπατρισμού του πληθυσμού που αυτή τη στιγμή στοιβάζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Με τιμή,
Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι του Πάλλης Ξεκίνημα
Αραβαντινός Διονύσιος
Ατσάρος Δημήτριος
Μεσσάρης Δημήτριος
