Ο επισιτισμός του πολιορκημένου Μεσολογγίου από την Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων
de Facto
21/03/2026 | 13:37

π. Γεώργιος Φ. Αντζουλάτος

​Με την έναρξη της Εθνικής Παλιγγενεσίας το Μεσολόγγι επαναστάτησε ενάντια στον Οθωμανικό ζυγό στις 20 Μαΐου 1821. Από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους η πόλη πολιορκήθηκε από ξηράς υπό την καθοδήγηση του Ομέρ Βρυώνη και του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά (Κιουταχή), ενώ ο Γιουσούφ πασάς την απέκλεισε από θαλάσσης. Η δίχως αποτέλεσμα επιχείρηση επαναλήφθηκε υπό τον Ομέρ Βρυώνη, ανεπιτυχώς και πάλι, το φθινόπωρο του 1823. Όμως τον Απρίλιο του 1825 ο Κιουταχής έφθασε με πολυάριθμο στράτευμα έξω από την πόλη και ξενικά μια ασφυκτική πολιορκία. Τον Δεκέμβριο, καταφθάνει και ο Ιμπραήμ πασάς με ισχυρότατες ενισχύσεις, αποκόπτοντας κάθε ανεφοδιασμό της, τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης.

​Ακριβώς σ΄ αυτήν την κρίσιμη χρονική περίοδο ανατρέχει ο ριζοσπάστης Σπυρίδων Μαλάκης όταν, καταγράφοντας αξιομνημόνευτες δράσεις διαφόρων προσωπικοτήτων της Κεφαλονιάς σχετικές με την Μεγάλη Ιδέα στο έργο του «Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας», μεταφέρει και τα ακόλουθα: «Εν ταις πονηραίς εκείναις ημέραις του στενού αποκλεισμού του ηρωϊκού Μεσολογγίου, ο Ιωάννης Μεταξάς ετροφοδότει κρύφα το Μεσολόγγιον διά της εν Σάμη μονής των αγίων Φανέντων ήν είχε λάβει υπ΄ ενοίκιον αγγλική τις οικογένεια Τουλ και ήν μονήν είχον ως αποθήκην τροφίμων διά το Μεσολόγγιον οι διάφοροι Κεφαλλήνες εύποροι Ιωάννης Μεταξάς, ο Ανδρέας Αντίππας και άλλοι. Καιρού δε συγχωρούντος επλήρουν το μονόξυλον των και το απέστελλον εις την θέσιν Λούρον προς την βορειοδυτικήν του Μεσολογγίου παραλίαν, ένθα εξεφόρτωνε το φορτίον του και πάλιν επέστρεφεν εις Σάμην Κεφαλληνίας, όπως πάλιν φορτώση και επανέλθη εις Λούρον και το μονόξυλον εκείνον ήτο εις αένναον κίνησιν. Η υπόθεσις αύτη διήρκεσεν επί πολύν χρόνον, ώστε παρ΄ ολίγον να τρελλάνη τον Αιγύπτιον Ιμβραήμην πόθεν οι πολιορκούμενοι πορίζονται τροφάς». Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από τη μαρτυρική Έξοδο των υπερασπιστών της πόλης, επιχειρείται στη συνέχεια –ως ελάχιστος φόρος τιμής– μία σύντομη προσέγγιση των κύριων σημείων της καταγραφής.

Η βάση ανεφοδιασμού

​ Η φημισμένη Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων ιδρύθηκε κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο έπειτα από την εύρεση των ολόσωμων και άφθαρτων σκηνωμάτων των αγίων Γρηγορίου, Θεοδώρου και Λέοντος. Κτισμένη στην Κυανίτιδα κορυφή της αρχαίας Σάμης, στο διάβα της υπερχιλιόχρονης ιστορίας της συνδέεται άρρηκτα με την τοπική κοινωνία. Ιδιαίτερη πνευματική και οικονομική άνθηση γνώρισε κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κεφαλονιά (1500-1797). Ωστόσο, στις αρχές του 19ου αιώνα λόγω καταπάτησης των κτημάτων της, διαχειριστικών αστοχιών και αποστέρησης μεγάλου μέρους των εισοδημάτων της, οδηγήθηκε σε παρακμή. Έτσι τον Μάιο του 1824 το Μαγγιστράτο των Ιερών Τόπων της Βρετανικής/Ιονικής Διοίκησης εκτόπισε τους εγκαταβιούντες μοναχούς και ανέστειλε τη λειτουργία της. Η φροντίδα των Ιερών Ναών της ανατέθηκε στους πατέρες της γειτνιάζουσας Ιεράς Μονής Αγριλίων, ενώ τα λοιπά κτίσματα και τα πάσης λογής κτήματα περιήλθαν στη δημόσια περιουσία του νησιού, τη λεγόμενη Επιχώριο.

​Έπειτα από την αναγκαστική παύση της Ιεράς Μονής ο Τοποτηρητής του Άγγλου Αρμοστή στην Κεφαλονιά συνταγματάρχης Κάρολος Νάπιερ, εκμίσθωσε το οικοδομικό συγκρότημα μαζί με την κτηματική περιουσία της, στον Φρειδερίκο-Καίσαρα Τουλ (υπεύθυνο καραντίνας στο τελωνείο του λιμανιού της Αγίας Ευφημίας), τον αδελφό του Γουλιέλμο-Γεώργιο Τουλ, αλλά και τον πρώην στρατιωτικό και επίδοξο επιχειρηματία Αύγουστο Τόμσον. Τα επόμενα χρόνια οι τρεις Άγγλοι ενοικιαστές απαντώνται ως συνέταιροι στη «Σοτζιετά των καλών της Μονής των Αγίων Φανέντων», μια αγροτική εταιρεία παραγωγής και διάθεσης γεωργικών προϊόντων.

Υποστηρικτές του εγχειρήματος

​Γνωρίζοντας τις σκληρές συνθήκες αποκλεισμού του Μεσολογγίου, μια ομάδα ένθερμων θιασωτών του απελευθερωτικού αγώνα αναλαμβάνουν δράση για να ενισχύσουν τους πολιορκημένους συμπατριώτες τους. Σύμφωνα με την υπό εξέταση πληροφορία, η πρωτοβουλία ανήκε σε μερικούς εύπορους ριζοσπάστες από την Κεφαλονιά, με επικεφαλής τον Ιωάννη Μεταξά Ιακωβάτο και τον δόκτορα Ανδρέα Αντύπα. Για τούτο το εγχείρημα, οι δύο πρωτεργάτες στοχοποιήθηκαν και διώχθηκαν από τον Ύπατο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων λόρδο Φρειδερίκο Άνταμ, επειδή με την προσφερόμενη βοήθεια προς τους Έλληνες της Ρούμελης παρέβαιναν την αρχή της ουδετερότητας που επεδίωκε η Αγγλική Προστασία ανάμεσα στους Επτανήσιους υπηκόους της και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Μεταξάς μάλιστα, αναγκάσθηκε αργότερα να δραπετεύσει ως φυγόδικος για ένα διάστημα στην ελεύθερη Ελλάδα.

​Είναι προφανές, πως τον επισιτισμό των υπερασπιστών του Μεσολογγίου από την Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων γνώριζαν και οι Άγγλοι μισθωτές της. Η παραχώρηση χώρων είτε του καστρομονάστηρου είτε του κτιρίου στην παραλία της Σάμης για τη συγκέντρωση και την προώθηση πρωτογενών ειδών διατροφής, καταδεικνύει την αλληλεγγύη των αλλοδαπών ενοικιαστών και την έμπρακτη συμμετοχή τους στην κίνηση πατριωτισμού των γηγενών ριζοσπαστών.

​Στον αντίποδα της πολιτικής του Ύπατου Αρμοστή, εκινείτο ο διακρινόμενος για τον φιλελληνισμό του οραματιστής Τοποτηρητής της Κεφαλονιάς Κάρολος Νάπιερ. Οι επιλογές του ήταν καταφανώς αντικείμενες στην αρχή της ουδετερότητας που ίσχυε στο Βρετανικό Προτεκτοράτο, το οποίο ως Αρχή ο ίδιος υπηρετούσε. Ο Ελβετός συνταγματάρχης, που είχε ήδη φιλοξενήσει επί τετράμηνο τον Λόρδο Βύρωνα στην Κεφαλονιά και είχε συνδράμει στη μετάβασή του στο Μεσολόγγι, υπήρξε αφανής υποστηρικτής αυτής της δραστηριότητας. Γνωστός και φίλα προσκείμενος στους Άγγλους εκμισθωτές της Ιεράς Μονής, ενημερώνεται τον Απρίλιο του 1826 από τον Αύγουστο Τόμσον για την παράτολμη διαδικασία τροφοδοσίας, μετά δε από λίγες ημέρες σημειώνει πόσο λυπάται επειδή δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τον αγώνα των Ελλήνων.

​Η ομόθυμη στάση των Κεφαλλήνων ριζοσπαστών, των Άγγλων ενοικιαστών και του Ελβετού Τοποτηρητή μαρτυρεί, πως όλοι τους εμπνεόταν από τα ιδανικά του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και, πως παρά την διαφορετική κοινωνική τους διαστρωμάτωση,–καθένας από το μετερίζι του– επέδειξε αμέριστη στήριξη στον αγώνα επιβίωσης του λιμοκτονούντος πληθυσμού της αντιστεκόμενης πόλης.

Το κρυφό πέρασμα

​Στο διάστημα αυτής της αδυσώπητης πολιορκίας ο ανεφοδιασμός σε πολεμικό υλικό αλλά και η στοιχειώδης προμήθεια τροφών των πολιορκημένων κατορθώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις προσεγγίσεις πλωτών μέσων. Σημαντική διακίνηση εφοδίων γινόταν από τα δαιδαλώδη υδάτινα περάσματα, τα δυσδιάκριτα μπουγάζια της λιμνοθάλασσας. Μέσω αυτών των περίπλοκων διαύλων επικοινωνίας, διασπαρμένων στην ευρύτατη ελώδη και τεναγώδη περιοχή που εκτείνεται νοτιοδυτικά της πόλης μέχρι την ακτογραμμή του Ιονίου πελάγους, η πόλη ανέπνεε. Ωστόσο, ο Ιμπραήμ κατελάμβανε προοδευτικά τα περάσματα στην στενόμακρη αμμολουρίδα του Λούρου και ο κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Ο ιστοριογράφος Σπυρίδων Τρικούπης σημειώνει: «Αν και οι εχθροί κατείχαν όλους τους γνωστούς διάπλους της λίμνης επαγρυπνούντες ημέραν και νύκτα, υπήρχε και τις αφύλακτος, στενός και άφανης, δι ού εισέπλεαν ενίοτε εκ του Πεταλά μικρά πλοιάρια».

​Για τον ζωοδότη αυτόν αφανή δίαυλο χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες μαρτυρίες, καταγεγραμμένες εκείνες τις ημέρες του 1826. Ο ενοικιαστής της Ιεράς Μονής των Αγίων Φανέντων Αύγουστος Τόμσον ενημερώνει τον Νάπιερ για ένα απόπλου τροφοδοσίας που έλαβε χώρα στις 29 Μαρτίου: «Την επομένη της αφίξεώς μας στον Πεταλά έφθασε από το Μεσολόγγι ο καπετάνιος Αναστάσιος Σάκος με τέσσερεις μικρές βάρκες να φορτώσει προμήθειες. Προσθέσαμε άλλες δύο και τις γεμίσαμε με αλεύρι: έφυγαν την Δευτέρα το πρωί με ανάλαφρες καρδιές και χαρούμενοι. Θα κρυφτούν κάτω από τις Σκρόφες και το βράδυ θα ξεγλιστρήσουν κάτω από τα μάτια των Τούρκων από ένα κρυφό πέρασμα για να μεταφέρουν τις προμήθειες στο Μεσολόγγι. Έτσι δεν κινδυνεύουν». Στις 30 Μαρτίου ο Υδραίος ναυμάχος και κυβερνήτης στο πολεμικό μπρίκι «Αθηνά» Γεώργιος Σαχτούρης σημειώνει στο Ημερολόγιο του: «ήρχονταν μία Θιακιά μπρατζέρα από τον Πεταλά και όταν μας επλησίασεν ο καραβοκύρης με την φελούκαν του, μας είπεν ότι είναι ένας πόρος ανοικτός, διά του οποίου δύνανται διά νυκτός να έμβουν εις το Μεσολόγγι ζωοτροφίαι». Και όταν πια η πολιορκία έχει τελειώσει, ο μόνιμος εκπρόσωπος του πασά της Αιγύπτου στην Κωνσταντινούπολη Νετζήπ Εφέντης, γράφει στις 19 Απριλίου: «Οι άπιστοι είχαν οχυρώσει τόσο καλά το Μεσολόγγι ώστε ήταν αδύνατο να κατακτηθεί με επίθεση. Αν και τα νησιά Βασιλάδι και Ανατολικό –το κλειδί για το Μεσολόγγι– είχαν καταληφθεί και ο αποκλεισμός από ξηρά και θάλασσα ήταν ολοκληρωτικός, για περίπου δεκαπέντε μέρες, περνούσε ανεφοδιασμός με μικρές βάρκες από το νησί Πεταλάς, καθώς το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον γύρω από το Μεσολόγγι το ευνοούσε».

​Σύμφωνα με τον ριζοσπάστη πρωτεργάτη της κίνησης Ιωάννη Μεταξά Ιακωβάτο «η στενόμακρος εκείνη αύλαξ» ήταν ελικοειδής, είχε μήκος 150 οργιές (περ. 270 μ.), το βάθος και το πλάτος της ήταν κυμαινόμενα, ενώ η θέση της βρισκόταν στο βορειοδυτικό τμήμα της αμμολουρίδας του Λούρου. Πλεονέκτημα της τοποθεσίας αυτής πρέπει να λογισθεί η μικρή απόσταση από τα γνωστά με την ονομασία Σκρόφες νησάκια των νότιων Εχινάδων (Μάκρη, Κουνέλι, Οξιές) και η κάλυψη που παρείχαν οι ακτογραμμές τους –θα κρυφτούν κάτω από τις Σκρόφες, σημειώνει χαρακτηριστικά ο Τόμσον–, ώστε τα μικρά πλεούμενα να παραμένουν αόρατα από τον εχθρό που περιπολούσε εμπρός από τη λιμνοθάλασσα.

Η νησίδα Πεταλάς

​Ως κομβικό σημείο ανεφοδιασμού του Μεσολογγίου, κέντρο επικοινωνίας μεταξύ Ελλήνων ναυμάχων και πολιορκημένων, αλλά και τόπος υποδοχής καταδιωγμένων αμάχων, λειτούργησε η ευρισκόμενη εγγύτατα στα Ακαρνανικά παράλια, νησίδα Πεταλάς. Τα δικαιώματα νομής και χρήσης της νησίδας (όπως και των λοιπών νότιων Εχινάδων), είχαν παραχωρηθεί από τα μέσα του 16ου αιώνα με φιρμάνια της Υψηλής Πύλης στην Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων, η οποία καρπωνόταν σιτηρά από την καλλιεργήσιμη γη και ελάμβανε ζωικά προϊόντα από την εκτροφή αιγοπροβάτων. Από τούτο το έδαφος, το οποίο από το έτος 1819 ανήκε στην επικράτεια του Κράτους των Ηνωμένων Ιονίων Νήσων –και ως εκ τούτου κατείχε εξέχουσα γεωπολιτική και στρατηγική θέση– απέπλεαν τα κατ΄ εξοχήν απαντώμενα στη λιμνοθάλασσα μονόξυλα (πριάρια), με κατεύθυνση το μυστικό πέρασμα του Λούρου. Ο Αύγουστος Τόμσον αναφέρει έξι φορτωμένα μονόξυλα που έφυγαν από τον Πεταλά τη Δευτέρα 29 Μαρτίου, ενώ δεκαπέντε μετρά ο ναύαρχος Σαχτούρης στις 31 Μαρτίου έτοιμα για αποστολή ανεφοδιασμού.

​Οι παραπάνω μαρτυρίες για το νησί των Εχινάδων ως σταθμού απόπλου των πριαρίων προς τη λιμνοθάλασσα, έρχονται να ερμηνεύσουν την δυσπαράδεκτη αναφορά του Σπυρίδωνα Μαλάκη για «αένναον κίνησιν» ενός μονόξυλου από τη Σάμη με απευθείας προορισμό τον Λούρο. Και τούτο επειδή γεννάται η απορία, πώς κάποιο μικρό και αβαθές σκάφος –ιδανικό για μετακινήσεις στη βαλτώδη και γαλήνια λιμνοθάλασσα–, κατόρθωνε να διαπλέει κατ΄ επανάληψιν την ανοικτή θάλασσα του κεντρικού Ιονίου, όταν μάλιστα ελλόχευε ο κίνδυνος νηοψίας, κατάληψης ή βύθισης του από τον στόλο του Ιμπραήμ ο οποίος περιπολούσε στην περιοχή. Εκτιμάται λοιπόν, ότι οι προμήθειες που συγκέντρωναν οι Κεφαλονίτες στη μισθωμένη Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων διακομιζόταν αρχικά από τη «ρίβα της Σάμος» προς τον Πεταλά με μεγαλύτερο πλεούμενο, κάποιο σκαρί ιστιοφόρου. Ακολουθούσε η μεταφόρτωση των αγαθών στα ευέλικτα μονόχωρα πριάρια, τα οποία πλέοντας προς τα φυσικά κρησφύγετα των νότιων Εχινάδων (προσφορότερα σημεία κάλυψης και αναμονής οι βορειοδυτικοί κολπίσκοι στις τραχύτατες Οξειές), σε μερικά μόλις μίλια εισερχόντουσαν νύκτα στον κρυφό δίαυλο της λουρονησίδας. Η διαδικασία μεταφόρτωσης μάλλον θεωρήθηκε αυτονόητη από τον Μαλάκη και για τούτο δεν την ανέφερε, αφού στόχος του ήταν να επικεντρώσει το βάρος της είδησης στο λιμάνι απόπλου (Σάμη) και στον τόπο παράδοσης (Λούρος).

Η φραγή του διαύλου

​Σύμφωνα με την αναφορά του Νετζήπ Εφέντη, έπειτα από την κατάληψη όλων των εισόδων επικοινωνίας από τα στρατεύματα των πολιορκητών, ο ανεφοδιασμός γινόταν αποκλειστικά μέσω του προαναφερθέντος κρυφού διαύλου από τον Πεταλά για δεκαπέντε μέρες, η δε τροφοδοσία διεκόπη όταν, μετά από πληροφορίες του Αυστριακού Προξένου ο δίαυλος αποκαλύφθηκε και τοποθετήθηκε στην είσοδό του ναυτική δύναμη από τον Ιμπραήμ πασά. Ο Αύγουστος Τόμσον και ο Γεώργιος Σαχτούρης μαρτυρούν κινητικότητα μονόξυλων μέχρι τέλη Μαρτίου, ενώ ο φιλέλληνας αξιωματικός της Φρουράς του Μεσολογγίου Γεώργιος Τζάρβις σε επιστολή του προς τον Νάπιερ, αναφέρει πως δώδεκα πλοιάρια τα οποία επιχείρησαν να εισέλθουν στη λιμνοθάλασσα την 1η Απριλίου, αιχμαλωτίσθηκαν από τον εχθρό. Στις 5 Απριλίου ο Σπετσιώτης ναύαρχος Γεώργιος Ανδρούτσος περιγράφει τη λιμνοθάλασσα παντελώς αποκλεισμένη και την πόλη να έχει περιέλθει σε τραγική κατάσταση: «Το Μεσολόγγιον ευρίσκεται εις εσχάτην στενοχωρίαν, έχει πέντε ημέρας σήμερον άσιτον, άλογα, γαϊδάρους, πάντα ετελείωσαν, ελπίδα δια να εισέλθουν από κανέν μέρος ζωοτροφίαι δεν υπάρχει, όλα τα μπουγάζια και νησίδια τα έχουν καλά πιασμένα, ώστε δεν ημπορεί να εισέλθη ούτε και μονόξυλο‧ προ δύο ημερών μονόξυλα, πηγαινάμενα με ζωοτροφίας διά να εισέλθουν από έν μυστικόν μπογάζιον, επιάσθησαν».

​Συνακόλουθα, έπαυσαν και οι αποστολές τροφίμων από την Ιερά Μονή των Αγίων Φανέντων προς τον Λούρο, οι οποίες, όπως αναφέρει ο Μαλάκης, επαναλαμβάνονταν «επί πολύν χρόνον». Οι προμήθειες που προωθούντο από την Κεφαλονιά ίσως ήταν μικρές σε ποσότητα σε σχέση με το τεράστιο πρόβλημα επισιτισμού του αντιστεκόμενου και δοκιμαζόμενου πληθυσμού. Ωστόσο, το εγχείρημα ήταν ύψιστης σημασίας, αφού προσέφερε στους πολιορκημένους ανασασμό επιβίωσης και ενδυνάμωση του ηθικού τους.

​Έπειτα από δέκα φρικτές ημέρες λιμοκτονίας και δίχως ελπίδα βοήθειας από την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος, από τον στόλο των Υδραίικων και Σπετσιώτικων πολεμικών ιστιοφόρων ή από τα λιγοστά μονόξυλα του Πεταλά, τα ξημερώματα της εορτής της Εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα για το σωτήριο Πάθος Του και την Ανάσταση, οι γενναίοι υπερασπιστές της μαρτυρικής γης του Μεσολογγίου, εξουθενωμένοι αλλά ελεύθεροι, αποτολμούν, ως υπέρβαση του δικού τους Πάθους, την ηρωική Έξοδο.

• [ εικόνα = ] Ιερά Μονή Αγίων Φανέντων. Λεπτομέρεια χαρακτικού (περ. 1813) από την έκδοση του Otto Magnus Von Stackelberg, La Grèce. Vues Pittoresques Et Topographiques, Paris, 1834.

Κυριότερες πηγές:

Γεώργιος Φ. Αντζουλάτος, «Η Μονή των Αγίων Φανέντων επί Αγγλοκρατίας (1809-1864)», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 20, Αργοστόλι 2020, σσ. 167-210.

Σουκρού Ιλιτζάκ, Αριστείδης Χατζής, «Τρώγαμε ρίζες και φύκια. Έτσι αποφασίσαμε την Έξοδο», εφ. Καθημερινή, 24/03/2024.

Ε. Κοσμετάτου, Αναφορά στους δρόμους της Κεφαλονιάς, Αργοστόλι 1991.

Σπυρίδων Γ. Μαλάκης, Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας ή ιστορικόν επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινών προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας, Εν Αθήναις 1895.

Ανδρέας Μάμουκας (εκδ.), Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ήτοι, Συλλογή των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι τέλους του 1832, τόμ. Ε΄, Εν Πειραιεί 1839.

Γεώργιος Σαχτούρης, Ιστορικά ημερολόγια του ναυτικού αγώνος του 1821 εκ των πρωτοτύπων ημερολογίων αυτού, εν Αθήναις 1890.

Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Γ΄, εν Λονδίνω 1856.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ