Οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος οι Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι τιμούνται στις 29 Ιουνίου.
Χρόνια Πολλά στους εορτάζοντες
Ορθοδοξία
29/06/2014 | 14:19

Ιωάννας υπό των Ανατολικών και Περπετούης υπό των Δυτικών. Ούτε είναι γνωστό αν η σύζυγός του εζούσε ακόμη, όταν ο Απόστολος Πέτρος εκλήθηκε στο αποστολικό αξίωμα.

Ο Πέτρος και ο Ιωάννης καλούνται «αγράμματοι και ιδιώται» από τα μέλη του Συνεδρίου, σημείο ότι δεν είχαν φοιτήσει στις λόγιες ραββινικές σχολές. Είχαν όμως μαθητεύσει στον Τίμιο Πρόδρομο. Τούτο
είναι βέβαιο για τους υιούς του Ζεβεδαίου και για τον Ανδρέα, πιθανώς δε και για τον Σίμωνα Πέτρο.

Η κλήση του Πέτρου στο αποστολικό έργο έγινε βαθμιαίως. Όταν τον επαρουσίασε ο αδελφός του Ανδρέας στον Κύριο, με τους λόγους «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», έλαβε την επωνυμία Κηφάς. Ήταν παρών
κατά το θαύμα στην Κανά και εγκαταστάθηκε μετά με τον Κύριο στην Καπερναούμ. Εκλήθηκε οριστικά μετά την πρώτη θαυμαστή αλιεία, γενόμενος έτσι «αλιεύς ανθρώπων».

Ο ενθουσιώδης και ευσεβής Πέτρος επέταξε τα δίχτυα από τους πρώτους και ακολούθησε τον Κύριο πιστά. Λόγω του δυναμικού χαρακτήρος του και της ιδιαίτερης αφοσιώσεώς του στον Κύριο αξιώθηκε να
έχει εξαιρετική θέση μεταξύ των Αποστόλων και να ομιλεί συχνά εκ μέρους αυτών. Ομολόγησε πρώτος ότι ο Χριστός είναι «ο Υιός του Θεού του ζώντος». Ο Κύριος εξετίμησε αυτή την ομολογία και τον
διαβεβαίωσε πως επάνω σε αυτή την ομολογία πίστεως, που έγινε κατ’ αποκάλυψιν Θεού Πατρός, «οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν».
Κατά την εβδομάδα των παθών και μετά την Ανάσταση ο Πέτρος αποτελεί κεντρικό πρόσωπο στα Ευαγγέλια. Έτσι στο Μυστικό Δείπνο αρνείται προς στιγμήν τη νίψη των ποδών του από τον Κύριο, αγωνιά
κατόπιν να μάθει ποιός είναι ο προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στην προς τον Κύριο ερώτησή του «Κύριε, που υπάγεις;», έλαβε από Αυτόν την απάντηση «όπου εγώ υπάγω ου δύνασαί μοι νυν
ακολουθήσαι», και τέλος υπόσχεται στον Κύριο ότι θα θυσιάσει την ψυχή του για Εκείνον και δεν θα σκανδαλισθεί από το επερχόμενο Πάθος Του. Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιησούς στην μετά του
Πέτρου στιχομυθία του είπε σε αυτόν τα εξής χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του συνιάσαι ως τον σίτον. Εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπη η πίστις σου. Και συ ποτε
επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου». Πράγματι δε, δεν εξέλιπε η πίστη του Πέτρου, αν και αρνήθηκε τον Διδάσκαλο τρεις φορές στην αυλή του αρχιερέως. Ένεκα της υπέρ αυτού δεήσεως του Κυρίου,
ήλθε στον εαυτό του, μετανόησε και έκλαψε πικρά για την πράξη του και αξιώθηκε πρώτος αυτός από τους Αποστόλους να διαπιστώσει το γεγονός της Αναστάσεως και πρώτος να δει τον Αναστάντα Κύριο.

Αξιώθηκε να δει από τους πρώτους το κενό μνημείο και να διαπιστώσει την Ανάσταση του Χριστού. Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός τον μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Το φλογερό του κήρυγμα την ημέρα της
Πεντηκοστής έκανε να πιστέψουν τρεις χιλιάδες ψυχές, και να βαπτισθούν. Η ιεραποστολική δράση του υπήρξε θαυμαστή και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
Από εκεί ενεργούσε κατά καιρούς περιοδείες επισκεπτόμενος τις πλησιόχωρες Εκκλησίες. Ο Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του αναφέρει, ότι κατά τις δύο ανόδους του στα Ιεροσόλυμα συναντήθηκε
εκεί με τον Πέτρο, τον οποίο ονομάζει και Απόστολο των «εκ περιτομής» και μας πληροφορεί ότι ετιμάτο μαζί με τον Αδελφόθεο Ιάκωβο και τον Ιωάννη ως «στύλος» της Εκκλησίας.

Σε μία περιοδεία του ο Πέτρος, περί της οποίας μας ομιλούν οι Πράξεις, επισκέφθηκε τη Λύδδα και αφού εθεράπευσε τον παραλυτικό Αινέα, ήλθε στην Ιόππη, όπου ανέστησε την Ταβιθά η Δορκάδα. Από
εκεί δε, με θεία επιταγή, επορεύθηκε στην Καισάρεια, στην οποία εκατήχησε και εβάπτισε τον εθνικό Κορνήλιο μαζί με την οικογένειά του. Όταν έμαθαν το γεγονός αυτό οι «εκ περιτομής» της Εκκλησίας
Ιεροσολύμων εκατηγόρησαν τον Πέτρο. Ο Απόστολος εξέθεσε με λεπτομέρεια πως ο Θεός δι’ οράματος «υπέδειξεν μηδένα κοινόν η ακάθαρτον λέγειν άνθρωπον» και έκλεισε την απολογία του εκείνη ως
εξής: «Ει ουν την ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ημίν πιστεύσασιν επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, εγώ δε τις ήμην δυνατός κωλύσαι τον Θεόν;».

Ο Ηρώδης Αγρίππας Α’, επιθυμώντας να ευχαριστήσει τους Ιουδαίους συνέλαβε τον Πέτρο κατά τις εορτές του Πάσχα του 42 η 44 μ.Χ. και τον έκλεισε στη φυλακή για να τον φονεύσει μετά από λίγο. Αλλ’
Άγγελος Κυρίου ελευθέρωσε κατά τη νύχτα το δέσμιο και από στρατιώτες φρουρούμενο Πέτρο, ο οποίος, αφού επισκέφθηκε τους συγκεντρωμένους και προσευχόμενους υπέρ αυτού αδελφούς στην οικία
της Μαρίας, μητέρας του Μάρκου, ανήγγειλε σε αυτούς τη σωτηρία του από τον Άγγελο και «εξελθών επορεύθη εις έτερον τόπον».

Για τελευταία φορά ομιλούν οι Πράξεις περί του Πέτρου κατά την Αποστολική Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στην οποία μαζί με τον Παύλο και τον Αδελφόθεο Ιάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ο Παύλος στην
προς Γαλάτας Επιστολή του μας ομιλεί για μία συνάντηση, την οποία είχε με τον Πέτρο στην Αντιόχεια, κατά την οποία τον ήλεγξε για την επιδειχθείσα έλλειψη θάρρους και παραχώρηση υπέρ των
ιουδαϊζόντων και σε βάρος των εξ εθνών Χριστιανών.

Για τη μετά ταύτα ζωή και δράση του Πέτρου στερούμεθα σαφείς ιστορικές μαρτυρίες. Ο Ωριγένης και ο Ευσέβιος, προφανώς από τον πρόλογο της Α’ Καθολικής Επιστολής Πέτρου, συμπέραναν ότι αυτός
εκήρυξε στους Ιουδαίους της Διασποράς, στον Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ασία και Βιθυνία. Ορισμένοι δέχονται και την αποστολική δράση του Πέτρου στην Κόρινθο.

Ο Απόστολος Πέτρος έγραψε δύο Καθολικές Επιστολές. Από αυτές, η μεν πρώτη απευθυνόταν στους Χριστιανούς του Πόντου, της Γαλατίας, της Καππαδοκίας, της Ασίας και της Βιθυνίας, η δε δεύτερη σε
όλους τους Χριστιανούς. Μέσα από αυτές προσπαθεί να στηρίξει τους πιστούς στις θλίψεις που υφίστανται εξ αιτίας της πίστεώς τους στον Ιησού Χριστό.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ