Το Ευαγγέλιον της Κυριακής (Λουκά ιθ΄ 1-10) Τα Eλατήρια του Eγκλήματος.
Το Κήρυγμα της Κυριακής
26/01/2014 | 02:49

spuridwnΤου π. Σπυρίδωνα*

Τη στιγμή που εστέκετο ο Ζακχαίος εμπρός στον Κύριό μας και έκανε τη δημόσια εξομολόγησή του, ωμολόγησε και την αμαρτία της συκοφαντίας. «Αν τυχόν ως τελώνης, Κύριε, μετεχειρίσθην συκοφαντίαν και ψεύδη και εισέπραξα από κάποιον περισσότερα απ’ όσα έπρεπε, του τα επιστρέφω τετραπλάσια» είπε ο αρχιτελώνης. Στην ομολογία του αυτή έχομε μια αιτία του εγκλήματός του εις βάρος των ανθρώπων. Είναι το άνομο κέρδος, η αισχροκέρδεια, που λέει ο λαός μας. Χωρίς να γνωρίζει ο συνάνθρωπός μας τίποτε, έρχεται ο συκοφάντης και τον καρφώνει με μίαν ψευδή αναφοράν και καταγγελίαν. Και με τον τρόπον αυτό πλουτίζει ο διαβολεύς ρουφώντας το αίμα του αδικουμένου και απροστατεύτου ανθρώπου. Δεν είναι λοιπόν έγκλημα μια τέτοια πράξις; Εγκληματίας δεν θα πρέπει να ονομασθεί ο συκοφάντης; Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο λόγος που κάνει τον άνθρωπον να στήνει τον ιστόν της αράχνης, την βλεδυρά συκοφαντία. Είναι και δύο άλλες αιτίες που λέγονται: μίσος και αντιπάθεια
Εφ’ όσον «διάβολον την συκοφαντίαν εξευρείν βέβαιον», δεν είναι καθόλου παράδοξον ο διαβολεύς και συκοφάντης άνθρωπος, να κινείται στο έγκλημά του από το μίσος και την εκδίκηση. Ο σατανάς επειδή εμίσησε την ευτυχίαν του ανθρώπου μέσα στον παράδεισο, εξηπάτησε τους πρωτόπλαστους με τα ψευδή και συκοφαντικά του λόγια. Έβλαπτε την ανθρωπότητα ολόκληρον εκείνην την στιγμήν, χωρίς να τον έχει πειράξει κανείς μας απολύτως. Το ίδιο γίνεται και με τα παιδιά του, με τους συκοφάντας. Λυπάται ο συκοφάντης γιατί ο συνάνθρωπός του έχει την ευτυχία και την γαλήνη  στο σπίτι του. Δημιουργείται μέσα του η αντιπάθεια. Ας μην τον έβλαψε ο άλλος, θέλει να τον πληγώσει να τον βλάψει, να τον ιδή να κλάψει πικρά. Αυτή η ενέργεια τέρπει και ευχαριστεί την πωρωμένη καρδιά του. Τι απόλαυσις θε πήτε είναι αυτή που δημιουργεί τόση ταραχή; Ο συκοφάντης, βλέπετε, έφτιαξε τον εαυτό του έτσι, ώστε ο νους του να σκέπτεται όλο το κακόν, η γλώσσα του να στάζει χολή και τα πόδια του να τρέχουν για να χύσουν αίμα. Ταλαίπωρος και δυστυχής άνθρωπος!
Και όλη αυτή η μηχανορραφία γίνεται από τον τιποτένιο και ευτελή συκοφάντη όχι φανερά, αλλά κρυφά και ύπουλα. Έτσι μπορούμε να προσθέσωμε στα κίνητρα του τρομερού εγκλήματος της συκοφαντίας και δύο άλλα ακόμη. Λέγονται: ανανδρία και δολιότης
Χτυπάει στα σκοτεινά ο συκοφάντης. Δεν έχει το θάρρος, την ανδρεία να παλέψει στα φανερά. Είναι ένας δειλός, ένας άνανδρος, χωρίς καρδιά και δύναμη. Ένας ένοχος, που δεν έχει το θάρρος να κινδυνεύση σε μια μάχη. Ένας ψεύστης, που δεν αντέχει να σηκώσει τις συνέπειες του κακουργήματός του. Ένας, που η κοινωνία τον θεωρεί καρκίνωμα και μόνο η μακροθυμία του Κυρίου και τα σπλάγχνα των οικτιρμών του Θεού τον ανέχονται, μήπως και μετανοήσει κάποτε και εξομολογηθεί, ως ο αρχιτελώνης. Έτσι αρχίζει το ροκάνισμα της υπολήψεως και της τιμής του άλλου με τον ψίθυρο. «Σφάζει με το γάντι», όπως λέει ο λαός μας. Αρχίζει από αλλού τη συζήτηση για να τη φέρει εκεί που αυτός θέλει. Άλλοτε πάλι εγκωμιάζει το πρόσωπο που μισεί και μέσα στα εγκώμια αφήνει μια μόνο λέξη-νάρκη, που είναι με πανουργία τοποθετημένη, ώστε να φέρει το αποτέλεσμα που ποθεί. Σας χαιρετά με εγκαρδιότητα και ενώ νομίζετε ότι σας κτυπά την πλάτη από αγάπη, εκείνος ερευνά ποιο σημείο είναι καταλληλότερο για να σας μπήξει το μαχαίρι. Χρησιμοποιεί και το χαμόγελο και τα υπονοούμενα και τα αποσιωπητικά … Και όλα αυτά γιατί δεν ανέχεται τον άλλο να είναι ανώτερός του. Δεν προσπαθεί ο συκοφάντης να εντείνει τις δυνάμεις του για να υψωθεί κι αυτός λίγο και να σμικρύνει την απόσταση που τον χωρίζει από τους άλλους. Θέλει να κατέβουν οι άλλοι στο επίπεδο το δικό του για να μην υπάρχει διαφορά και μέτρον συγκρίσεως με τα χάλια του. Ο λασπωμένος δεν φροντίζει να καθαρισθεί, αλλά αγωνίζεται να ρίξει και στους άλλους λάσπες. Έτσι ικανοποιεί την λύσσα του, την μανία του εναντίον των τιμίων ανθρώπων.
Η γλώσσα-οχιά, η γλώσσα-δηλητήριο, αδελφοί, δηλαδή η συκοφαντία, είναι κακούργημα όπως είπαμε. Προσοχή λοιπόν. Εχθρέ στοπ!
Σήμερα επισημάναμε μερικά αίτια του κακού. Ας ερευνήσωμε τον εαυτό μας μήπως καμμία τέτοια πικρή ρίζα κακίας υπάρχει μέσα μας. Ας την ξεριζώσωμε. Το κακό που κάνει ένας λόγος μας συκοφαντικός δεν ξέρομε πόσα κακά θα φέρει και τι έκταση θα λάβει. Μια κακή πράξη γίνεται και τελειώνει. Το αποτέλεσμά της είναι γνωστό. Μα η συκοφαντία περνά από στόμα σε στόμα και δυναμώνει σαν τη σπίθα που γίνεται φλόγα. Ανανεώνεται, παραποιείται και μεγαλοποιείται ο συκοφαντικός λόγος και φέρνει ζημία και πόνο πολύπλευρο. «Πολυσχιδές» είναι το κακόν. «Νέους και γέροντας, άρχοντας και δυνάστας καθείλε συκοφαντία» λέγει ο Μέγας Βασίλειος. Σαν τα φτερά της κότας είναι η συκοφαντία, που όταν σκορπιστούν δεν μαζεύονται.

*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος

Ιεροκήρυξ
Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας