Συνέντευξη του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου στην αθηναϊκή εφημερίδα "Καθημερινή"
Ο Αγαθάγγελος “μεταμόρφωσε” τη Χορωδία της Λυρικής
01/02/2014 | 17:37

Με τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής έχει συμβεί το εξής: έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχυ των προσδοκιών, ώστε κάθε φορά να αγωνίζεται να ξεπεράσει τον εαυτό της. Δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι τόσα πολλά έγιναν σε τόσο πυκνό χρόνο, αλλά είναι μια καταγεγραμμένη εμπειρία αυτή της ικανοποίησης (και συχνά της έκπληξης) από την απόδοση της Χορωδίας, μιας διαπίστωσης που έρχεται να προσδεθεί αλλά και να ενισχύσει το άρμα της πορείας προς τα εμπρός της Λυρικής Σκηνής.

Ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος που ανέλαβε τη Χορωδία το φθινόπωρο του 2012 φαίνεται ότι επέτυχε να πείσει και να εμπνεύσει. Και να ωθήσει τη Χορωδία σε υψηλές αποδόσεις, ακόμη και σε εκ διαμέτρου αντίθετες παραγωγές ως προς το ύφος, τη δραματικότητα, τη στόχευση ή την αισθητική. Και αυτό φάνηκε σε πρόσφατες παραγωγές όπως το καλοκαίρι στον εντυπωσιακό «Ιπτάμενο Ολλανδό» του Βάγκνερ, που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία και σκηνικά Γιάννη Κόκκου, αλλά και στην ευφρόσυνη «Σταχτοπούτα» του Ροσίνι (σε σκηνοθεσία Ροδούλας Γαϊτάνου) που σκόρπισε αισθήματα χαράς με το ανέβασμά της το περασμένο φθινόπωρο. Και πριν από λίγες μέρες, με τον «Μάκμπεθ» επαναλήφθηκε ο ίδιος θρίαμβος. Ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος μάς εξηγεί αυτήν την πορεία.

– Τι μεσολαβεί από το σημείο που αναλαμβάνετε ως διευθυντής χορωδίας έως το σημείο που η καλή απόδοση γίνεται θέμα συζήτησης από το κοινό;

– Ανέλαβα τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εδώ και ένα χρόνο περίπου και ξεκίνησα να δουλεύω σε βασικούς μουσικούς τομείς, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να κατανοήσω τα ειδικά, μουσικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου συνόλου. Διαχειρίστηκα τον χρόνο των δοκιμών με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρηθούν και να υπερτονιστούν τα θετικά και να εξυγιανθούν τα όποια, κατά τη δική μου μουσική άποψη, αρνητικά μουσικά χαρακτηριστικά της χορωδίας. Προσπάθησα να κάνω μια ορθολογιστική και μεθοδική διαχείριση αυτών των χαρακτηριστικών, ώστε να επιτευχθεί ένας κατά το δυνατόν ομοιογενής ομαδικός ήχος, τομέας που κατά τη γνώμη μου είναι προτεραιότητα σε μια χορωδία.

– Υπήρχε απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που περιμένατε και σε αυτό που βρήκατε;

– Περίμενα να βρω ένα ανθρώπινο δυναμικό με επαγγελματική ευσυνειδησία, έμπειρο, ταλαντούχο και ικανό να πραγματοποιήσει υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικά επιτεύγματα, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Δεν διαψεύσθηκα. Αυτά ακριβώς είναι τα στοιχεία των τραγουδιστών της Χορωδίας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Δικός μου ρόλος είναι να τους εμπνεύσω να λειτουργήσουν ως ομάδα και, στον βαθμό που αυτό θα επιτυγχάνεται σε κάθε παραγωγή, η χορωδία θα βελτιώνεται.

– Εχει  διαφορά  να  δουλεύει κανείς μεγυναικεία και ανδρική χορωδία;

– Οσον αφορά τον μουσικό στόχο, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Ομως ο τρόπος και ο βαθμός δυσκολίας είναι διαφορετικοί. Στη γυναικεία χορωδία η επίτευξη καλοχορδισμένου και ομοιογενούς χορωδιακού ήχου απαιτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο λόγω των υψηλών συχνοτήτων των γυναικείων φωνών. Γι’ αυτό και χρειάζεται ιδιαίτερη μέριμνα στο ταίριασμα των ηχοχρωμάτων των γυναικείων φωνών. Στο ανδρικό φωνητικό σύνολο το πρόβλημα αυτό μοιάζει να επιλύνεται πιο εύκολα, αλλά και αυτό είναι σχετικό.

– Σε ποια περιοχή του ρεπερτορίου αισθάνεστε ότι η Χορωδία της ΕΛΣ είναι πιο δυνατή;

– Η Χορωδία της ΕΛΣ αποδίδει εξαιρετικά όπερες από την κλασική εποχή και μετά, αλλά κυρίως του ρομαντικού ιταλικού ρεπερτορίου. Συνθέτες όπως Βέρντι, Πουτσίνι, Ροσίνι, Μπελίνι είναι κατά τη γνώμη μου οι πιο ταιριαστοί στην ιδιοσυγκρασία αυτού του συνόλου. Παρ’ όλα αυτά, εξαιρετική απόδοση είχε στην παραγωγή του «Ιπτάμενου Ολλανδού» του Βάγκνερ στο Ηρώδειο, καθώς και στην περσινή παραγωγή του «Μαγικού Αυλού» του Μότσαρτ.

– Ποιο είναι το δικό σας background και γιατί θελήσατε να γίνετε κομμάτι της Λυρικής;

– Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κεφαλονιά, όπου και έμαθα από πολύ μικρός να αγαπάω τη χορωδιακή μουσική. Σπούδασα το αντικείμενο της Διεύθυνσης Χορωδίας στην Ουγγαρία, εστιάζοντας στην a capella χορωδιακή μουσική της Αναγέννησης και του 20ού αιώνα. Σπούδασα επίσης το μουσικοπαιδαγωγικό σύστημα Kodaly το οποίο και διδάσκω εδώ και μία δεκαετία στο Δημοτικό Ωδείο Πατρών, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές μου στην εκπαίδευση των σπουδαστών στην a capella φωνητική μουσική ανάγνωση, ένας τομέας που πραγματικά πάσχει στην ελληνική μουσική εκπαίδευση. Από τον Σεπτέμβριο του 2012 και έπειτα από διαγωνισμό, έχω τη χαρά και την τιμή να διευθύνω τη Χορωδία της ΕΛΣ.

Παράλληλα, την περίοδο αυτή επεξεργάζομαι το αντικείμενο «Διδασκαλία φωνητικής μουσικής ανάγνωσης (σολφέζ) στα ελληνικά ωδεία – καταγραφή και τρόποι βελτίωσης» για την απόκτηση διπλώματος Μaster στο μουσικοπαιδαγωγικό σύστημα Kodaly. Οσον αφορά το γιατί θέλησα να γίνω κι εγώ ένα κομμάτι της Λυρικής, η απάντηση είναι απλή. Οι επαγγελματικές χορωδίες στην Ελλάδα είναι δύο. Αυτονόητο λοιπόν είναι ένας μαέστρος χορωδίας να επιθυμεί να δουλέψει σε μία από αυτές.

– Σε ποιο σημείο θέλετε να οδηγήσετε τη Χορωδία της ΕΛΣ;

– Αυτή τη στιγμή δεν έχω κάποιον μακρινό στόχο. Γενικώς δεν είμαι υπέρ των μακρινών στόχων στις ομαδικές εργασίες. Θέλω να μελετάω κάθε φορά τα δεδομένα της στιγμής, να διαβάζω τις ανάγκες του παρόντος και με βάση αυτά  να  διαμορφώνω  μικρούς ή μεγάλους, κοντινούς χρονικά, στόχους.

Τους τελευταίους δύο μήνες, δούλεψα για να έχει η χορωδία μια ικανοποιητική παρουσία στην παραγωγή του «Μάκμπεθ». Μετά θα προσπαθήσω να κάνω το ίδιο και στην επόμενη παραγωγή κ.ο.κ. Θα είμαι ικανοποιημένος στο μέλλον αν ο απολογισμός από τη συνεργασία μου με τη Λυρική θα είναι μια σειρά μικρών και μεγάλων στόχων που κάθε φορά επιτεύχθηκαν σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, κατά κοινή ομολογία.

gewrgakatos