Στους Παξούς φτιάχνουν ακόμα πράσινο σαπούνι από ντόπιο λάδι
18/10/2018 | 18:08

Της Ελένης Βαλλιανάτου

Φαναριωτάτικο σαπούνι από λάδι ελιάς, που κάνουν ακόμα σήμερα στους Παξούς δύο γυναίκες  οι κυρίες Χρύσα Βραχωρήτη και ηΤρανάκα Λίτσα ! Παλαιότερα σχεδόν όλες οι νοικοκυρές τού χωριού χρησιμοποιούσαν σπιτικό σαπούνι, ορισμένες έβραζαν περισσότερο και το πουλούσαν σε πλάκες ή πήγαιναν μεροκάματο για να το φτιάξουν σε ξένα σπιτικά.

Είναι πιό αγνό για το δέρμα και τα μαλλιά από του εμπορίου, καθαρίζει τα ρούχα χωρίς να τα φθείρει, δεν κάνει πολύ αφρό και η μπουγάδα ξεβγάζεται πιό εύκολα.

Στον πόλεμο και στην κατοχή μόνο σπιτικό σαπούνι υπήρχε.
«Το σαπούνι το φτιάχνω κατά Σεπτέμβριο μήνα που βάζουμε να καθαρίσουμε τα πιθάρια για να μπει το φρέσκο λάδι. Μαζεύω ότι έχει μείνει στον πάτο, αγοράζω και σπίρτο —καυστική ποτάσα— απ’ τον μπακάλη, παίρνω και λίγο αλάτι. Η συνταγή είναι από την παρα γιαγιά μου που έκανε το σαπούνι, πρέπει όμως να ζυγίσεις σωστά  μας  μας λέει η κ. Βραχωρήτη.
Σε ίση ποσότητα από νερό και λάδι χρειάζεται 1/5 ποσότητας σπίρτου και 30 γρ, αλάτι σε ένα κιλό υγρό. Αποβραδίς ανάβω στο καμίνι μια μικρή φωτιά και μέσα σε χαλκωματένιο καζάνι— όχι τσίγκινο γιατί θα τρυπήσει με το σπίρτο— ρίχνω το νερό και το σπίρτο. Όταν το μείγμα ζεσταθεί, προσθέτω το λάδι και ανακατεύω για λίγο’ σβήνω ύστερα τη φωτιά και τ’ αφήνω όλη νύχτα να σταθεί. Νωρίς τ’ άλλο πρωί, ανάβω δυνατή φλόγα στο καμίνι, για να κοχλάσει το σαπούνι, ρίχνω και το αλάτι κι ανακατεύω συνέχεια μ’ ένα μακρύ ξύλο, θέλει γύρω στη μία ώρα μέχρι ν δέσει Κάπου κάπου το ραντίζω με λίγο νεράκι να κόβεται η βράση και εκεί, στα μισά, ρίχνω και ένα σακουλάκι με φύλλο δάφνης για ευωδιά.
Προς το τέλος δοκιμάζω να δω αν πέτυχε. Με μια κουταλιά παίρνω λίγο από το υγρό αν είναι πεντακάθαρο είναι εντάξει, αν έχει καντήλες λαδί και είναι ακάθαρτο θα πει ότι δεν έγινε καλό. Όταν βεβαιωθώ άτι έπηξε, σηκώνουμε το καζάνι δυο μαζί απ’ τη φωτιά, με προσοχή να μην τσουρουφλιστούμε, και χύνουμε το μείγμα σε μια κασόνα στρωμένη με λαδόκολλα. Το πασπαλίζω με λίγο νερό και το στρώνω καλά με την παλάμη μου ή με μια κουτάλα. Σιγά σιγά το υγρό το παραπανίσιο τρέχει απ’ τις χαραμάδες της κασόνας και το σαπούνι όλο και σφίγγει. Μ’ ένα μαχαίρι χαράζω τώρα το μέγεθος της πλάκας και αφήνω την κάσα σε μέρος σκιερό, να στεγνώσει καλά το σαπούνι. Την επαύριο κόβω τις πλάκες με μαχαίρι κοφτερό και τις ξεπλένω. Το σαπούνι μου είναι έτοιμο αλλά όσο το αφήνεις τόσο καλύτερα. Το περσινό σαπούνι, το ξερό, είναι πάντα πιο καλό»

«Είναι μπελαλίδικη δουλειά, —άντε να μαζέψεις τη μούργα του λαδιού απ’ τα πιθάρια, άντε ν’ ανάψεις το καζάνι και να καπνιστείς, ν’ ανακατέβεις τόσην ώρα σκυμμένη πάνω απ’ τη φωτιά και να προσέξεις να μην καείς. Είναι κόπος.
Εγώ όμως δεν αγόρασα ποτέ μου σαπούνι απ’ τον μπακάλη.

Οι φωτογραφίες είναι από την οικογένεια ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗ.